Οι νεόπλουτοι να μην επεκτείνονται εις βάρος των ομοχώρων τους

Χρονολογία: 934

Εἰ δὲ καί τινας εὐνοϊκώτερον τὰ τῆς θείας ἐπεῖδε προνοίας ἢ ἄλλοις τισὶν ἀκαταλήπτοις λόγοις πρὸς κρείττονα μετεσκευάσατο τῆς παρούσης βιώσεως κατάστασιν, τῆς ταπεινοτέρας ἀφαρπάσασα τύχης καὶ πρὸς ὑψηλοτέρας μετεωρίσασα, μένειν καὶ αὐτοὺς ἐφ’ ἧς ἐξ ἀρχῆς ἔλαχον κληροδοσίας καὶ κατασχέσεως δικαιοῦμεν, καὶ μὴ τὸ μέτρον τῆς οἰκείας παρεκτεινομένους τύχης ἀτυχεστέρους τοὺς πληριοχώρους λεηλατοῦντας ἀπεργάζεσθαι. Τοῦτο γὰρ τῶν ἐν ὕψει καὶ δόξῃ βιωτικῆς λαμπρότητος γαυρουμένων πρὸς τοὺς ταπεινοτέρους τῶν συναλλαγμάτων ἁρμοδιώτερον ἐπίκλημα, τῆς τῶν προσώπων διαφορᾶς, ὡς μὴ κοινὴν καὶ συμφέρουσαν καὶ σύμφωνον τὴν πραγματείαν, οὐ λογισμῶν μόνον προλήψει, ἀλλὰ γὰρ καὶ πραγμάτων ἀκολουθίᾳ, ἐν πολλοῖς ὁσημέραι ὑποτυπουμένης τε καὶ τρανολογούσης. Οἷς πλέον ἐχρῆν ἀνασκοπουμένοις τὰ τῆς θείας πρὸς αὐτοὺς εὐμενείας πρὸς τὸ ὁμόχωρον εὐνοϊκώτερον διατίθεσθαι καὶ τὸ ἄδηλον τῆς τύχης ὑπολογιζομένους καὶ τὸ τῆς κρίσεως ἄφυκτον μὴ ἅρπαγμα τίθεσθαι τὰς τῶν πλησίων περιουσίας, εἴπερ μὴ βούλοιντο καὶ αὐτοὶ τῷ προκειμένῳ δικαιοῦσθαι κρίματι.

Πηγή:
Svoronos, Novelles, αρ. 3.108-123.
Βιβλιογραφία:
Lemerle, Agrarian history, 94-97.
Σχολιασμός:
Το κείμενο προέρχεται από Νεαρά του Ρωμανού Α΄ Λακαπηνού που αφορά τους δυνατούς και χρονολογείται στο έτος 934. Το συγκεκριμένο απόσπασμα εν μέρει αναφέρεται σε αυτούς που κατάφεραν να βελτιώσουν την κατάστασή τους (τῆς ταπεινοτέρας ἀφαρπάσασα τύχης καὶ πρὸς ὑψηλοτέρας μετεωρίσασα). Προϋπόθεση είναι ότι τα περιουσιακά τους στοιχεία αποκτήθηκαν με νόμιμο τρόπο από κληροδοσία και ότι τα κατέχουν με πλήρη κυριότητα (κατάσχεσις), οπότε περιορίζονται σε αυτά που έχουν και προειδοποιούνται να μην επιχειρήσουν να επεκτείνουν την τύχη τους κατά των πλησιοχώρων. Εδώ η ξαφνική αλλαγή τύχης παρουσιάζεται σαν συνηθισμένο φαινόμενο στις επαρχίες και ο αυτοκράτορας μοιάζει να θέλει να ανακόψει την τάση επέκτασης των νεόπλουτων τους οποίους θέλει να περιορίσει στο σημείο που έχουν φτάσει (μέτρον τῆς οἰκείας τύχης), ενώ αναγνωρίζεται η διαφορά κοινωνικής στάθμης μεταξύ των κατοίκων. Στη συνέχεια όμως η αναφορά επεκτείνεται: η «βιωτικὴ λαμπρότης» μπορεί να οφείλεται τόσο στον πλούτο όσο και στο αξίωμα ή την καταγωγή (ὕψει καὶ δόξῃ), αν υπάρχουν. Όσοι ανήκουν σε αυτή την κατηγορία, κατά τον αυτοκράτορα, επικαλούνται πολύ συχνά την υπεροχή τους (τῆς τῶν προσώπων διαφορᾶς), κατά την κοινή αντίληψη προκειμένου να μειώσουν τα τιμήματα που πρέπει να καταβάλουν (ὡς μὴ κοινὴν καὶ συμφέρουσαν καὶ σύμφωνον τὴν πραγματείαν). Στην υπεροχή (διαφορὰ) εδώ δεν δίνεται κοινωνικό περιεχόμενο, αλλά νομικό (πρόσωπα). Φαίνεται να υποδηλώνεται πως μεταξύ των ευνοημένων της τύχης υπήρχε η κοινή αντίληψη ότι δεν είναι λογικό να παραδώσουν μεγαλύτερα τιμήματα, μόνο και μόνο επειδή είχαν την οικονομική δυνατότητα να το κάνουν. Η ιδέα αυτή απαντά στη βυζαντινή νομοθεσία της μέσης βυζαντινής εποχής (τόσο στην Εκλογή όσο και στα Βασιλικά), ενώ οι πηγές διασώζουν παραδείγματα χωρικών που επεκτάθηκαν εις βάρος των γειτόνων τους στα χωρία όπου διέμεναν.