Η αριστοκρατία ανεγείρει μονές στην Κωνσταντινούπολη

Χρονολογία: 12ος αι.

Οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τῷ πατρὶ καὶ τῷ πάππῳ καὶ τοῖς καθ’ αἷμα προσήκουσι λοιποῖς ἅπασιν, ὁπόσοι μονὰς δειμάμενοι ὅλα πλέθρα γῆς καρποφόρα καὶ λειμῶνας χλοεροὺς αὐταῖς προσεκλήρωσαν, ἐπεγκαλῶν οὐκ ἐπαύετο, οὐ κατὰ τοῦτο μεμψιμοιρῶν ἢ μυκτῆρα καταχέων πλατὺν τῶν ἀνθρώπων, ὅτι τῆς οὐσίας θεῷ τι ἀπένειμαν, ἀλλ’ ὅτι μὴ καλῶς τὸ καλὸν εἰργάσαντο. Δέον γὰρ ἐν τόποις δυσερευνήτοις καὶ χωρίοις πανερήμοις καὶ σπηλαίων ὀπαῖς καὶ ὀρῶν περιωπαῖς τοῖς μονάζουσιν ἀποτάξαι τὸ σκήνωμα καὶ παριδεῖν ταυτηνὶ τὴν ἐφ’ Ἑλλησπόντῳ κειμένην καλλίπολιν ὡς τὸν λωτὸν Ὀδυσσεὺς καὶ Σειρήνεια μέλη τὰ δυσαναπόσπαστα, οἱ δὲ τὸν ἐξ ἀνθρώπων θηρώμενοι ἔπαινον καὶ τοὺς κεκονιαμένους ἑαυτῶν τάφους εἰς θέαν τοῖς εἰσιοῦσι τοὺς νεὼς προτιθέντες καὶ νεκροὶ ἐρῶντες στεφανούμενοι δείκνυσθαι καὶ στιλπνοὶ καὶ φαιδροὶ τὰ πρόσωπα ἐπ’ ἀγορᾶς τε καὶ τριόδων τὰ θεῖα ᾠκοδόμησαν φροντιστήρια, ἐνλακκεύσαντες ἐν τούτοις καὶ ἐνσηκάσαντες οὐκ ἐπιλέγδην τὸ ἀρεταῖνον, τὸ δὲ μέχρι τριχῶν ἀποβολῆς καὶ τῆς τῶν ἐσθημάτων μεταβολῆς καὶ τοῦ ἀφειμένου πώγωνος χαρακτηρίζον τὸν μοναστήν. διὰ ταῦτα τοίνυν εἴτε τὴν μοναδικὴ ὑπερείδων σεμνότητα ἤδη ἀφαντουμένην καὶ πρηνῆ ἐπὶ στόμα πίπτουσαν, εἴτε μὴν δεδιὼς μὴ ἐσεῖται μέσος ληφθεὶς οἷς διεβέβλητο, ἑτέραν ἐτράπετο ἧς οἱ ἐξ αἵματος ἐκείνῳ ἐβάδισαν.

Πηγή:
Χωνιάτη Χρονική διήγησις, 207.92-208.15.
Σχολιασμός:
Το κείμενο προέρχεται από «εγκώμιο» του Νικήτα Χωνιάτη για τον αυτοκράτορα Μανουήλ Α΄ Κομνηνό και αποτελεί συγκεκριμένα την κατάληξη της αναφοράς του για την μοναστική του πολιτική αλλά και έδαφος για την ανάπτυξη της καυστικότητας του συγγραφέα, καθώς δομείται πάνω στην αντίθεση της μοναστικής λιτότητας και απομόνωσης αφενός και της αστικής πολυτέλειας που επέλεγαν οι συγγενείς του αυτοκράτορα (οι «καθ’ αἷμα προσήκοντες») αφετέρου. Το κείμενο αποκαλύπτει την απόκλιση μεταξύ της θεωρίας και της πράξης σχετικά με την ίδρυση μοναστηριών και επιβεβαιώνει ότι η αριστοκρατία θεωρούσε την ίδρυση μοναστηριών ως μέσον κοινωνικής προβολής και έκφρασης της κοινωνικής της θέσης (τὸν ἐξ ἀνθρώπων θηρώμενοι ἔπαινον). Για το λόγο αυτό τα μοναστήρια ιδρύονταν εντός της Κωνσταντινούπολης (τὴν ἐφ’ Ἑλλησπόντῳ καλλίπολιν, ἐπ’ ἀγορᾶς τε καὶ τριόδων), αντί να ανεγερθούν σε ερημιές και όρη. Μάλιστα οι ιδρυτές τους φρόντιζαν για την τοποθέτηση των ταφικών τους μνημείων μέσα στους ναούς, ώστε όσοι εισέρχονταν να βλέπουν τα μνημεία και τις εικόνες τους στεφανωμένες (καὶ νεκροὶ στεφανούμενοι δείκνυσθαι). Ο συγγραφέας προσθέτει πως κατά την αντίληψη της αριστοκρατίας ο μοναχισμός περιοριζόταν στην αλλαγή της εξωτερικής εμφάνισης και την αλλαγή των διατροφικών συνηθειών, ενώ στην πραγματικότητα ο μοναχικός βίος αποτελούσε «σεμνότητα», όρος που έχει διττή σημασία: αφενός υποδηλώνει την φυσική αρετή, αφετέρου την επισημότητα και τη φήμη λόγω ανάληψης αξιώματος.