Ανώτερα κοινωνικά στρώματα μετά τον 7ο αι.: μία «αυλική» αριστοκρατία

Χρονολογία: 7ος-11ος αι.

Με ένα νόμο που χρονολογείται τον Μάιο του 523, επί Ιουστίνου Α΄, ο αυτοκράτορας αποφάσιζε πλέον αποκλειστικά για την ένταξη στα σώματα των Σχολών, των ανακτορικών δηλαδή φρουρών. Ο νόμος αυτός εξηγεί τις αλλαγές στη σύνθεση των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων της αυτοκρατορίας τον 7ο και κυρίως τον 8ο αι., εφόσον ο αυτοκράτορας έγινε ο κατεξοχήν αρμόδιος για τη στελέχωση του άμεσου περιβάλλοντός του. Στη μέση βυζαντινή εποχή λοιπόν, ένα μέρος των τίτλων της ιεραρχίας είναι στρατιωτικής προέλευσης και προέρχεται από τις παλαιές ανακτορικές φρουρές, του πρωτοσπαθαρίου, σπαθαρίου, κανδιδάτου κλπ. Επιβιώνει από την προηγούμενη εποχή ο τίτλος του πατρικίου και δημιουργείται μέχρι τον 9ο αι. ο τίτλος του ανθυπάτου. Οι τίτλοι αυτοί, σύμφωνα με το Τακτικόν του Φιλοθέου (899), χαρακτηρίζονται ως «προελευσιμαίοι» και οι φέροντες αυτούς αποτελούν τρόπον τινά μία αυτοκρατορική «ακολουθία», απονέμονται δε σε αυτούς που επιλέγονται για τα ανώτερα στρατιωτικά αξιώματα και για κάποια από τα παλατινά λειτουργήματα, αγνοώντας σχεδόν επιδεικτικά τους εκπροσώπους της παλαιάς συγκλητικής τάξης, δηλαδή τους φέροντες συγκλητικούς τίτλους. Η τάξη των πραγμάτων που έδινε το ιεραρχικό προβάδισμα στο πολιτικό προσωπικό το οποίο στρατολογούνταν μεταξύ των συγκλητικών, ανατράπηκε εντελώς τον 8ο αι., για να αντικατασταθεί από το σύνολο σχεδόν της στρατιωτικής ελίτ της δυναστείας των Ισαύρων, που την εποχή αυτή έφερε κυρίως τους τίτλους του πατρικίου και του πρωτοσπαθαρίου. Έτσι, οι ανώτερες κλίμακες της αυλικής ιεραρχίας στελεχώνονται από στρατιωτικούς και η σύγκλητος έχασε την οποιαδήποτε αυτονομία είχε καταφέρει να διατηρήσει μέχρι τον 7ο αι., φτάνοντας να ταυτιστεί με τον αυτοκρατορικό κύκλο. Η διάκριση, κοινωνική και πολιτική, κατ’ επέκταση και οικονομική, επιτυγχάνεται πια μόνο με την υπηρεσία στο πρόσωπο του βασιλέως. Αντιστρόφως, η εξέλιξη αυτή προϋποθέτει ότι ο αριθμός των ανθρώπων που βάσιζαν την κοινωνική τους θέση και υπεροχή σε τοπικό επίπεδο στην εξαγορά ενός συγκλητικού τίτλου/τιμητικού αξιώματος, μειώθηκε δραστικά. Στο εξής η εξέχουσα κοινωνική θέση στην αυτοκρατορία εξαρτάται μόνο από τον ίδιο τον αυτοκράτορα και η επαρχιακή «αριστοκρατία» απώλεσε πλέον τους τίτλους και τα προνόμια που απολάμβανε μέχρι τον 6ο/7ο αι. και τους τρόπους να αποκτήσει πρόσβαση σε αυτά.
Η αντίληψη, ότι η κινητικότητα στο Βυζάντιο ήταν ιδιαιτέρως έντονη στους κάθετους κοινωνικούς άξονες, έχει οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι στους αυτοκρατορικούς κύκλους εισέρχονται πολλοί homines novi· παράλληλα υπερτονίζονται οι «εκκαθαρίσεις» των τάξεων της συγκλήτου στις οποίες προέβαιναν κάποιοι αυτοκράτορες προκειμένου να εδραιωθούν στη θέση τους, όπως π.χ. ο Φωκάς (602-610) και ο Ιουστινιανός Β΄ (685-695, 705-711). Θεωρείται λοιπόν ότι η άνοδος και η πτώση μεμονωμένων αυτοκρατόρων και δυναστειών συμπαρέσυραν στην κοινωνική άνοδο ή κατακρήμνιση και μεγάλο αριθμό υποστηρικτών, που για κάποιον καιρό τουλάχιστον αποτελούσαν μέρος της αριστοκρατίας, με αποτέλεσμα να «δημιουργηθούν κενά» στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, αλλά παραβλέπεται το γεγονός ότι οι τίτλοι παρέμεναν και στο μέσο Βυζάντιο αντικείμενο συναλλαγής, δηλαδή αγοράζονταν από τους ενδιαφερόμενους, προφανώς με την έγκριση του αυτοκράτορα όπως εύγλωττα αποδεικνύει το περιστατικό του Κτενά, συνεπώς η ύπαρξη πλούτου ήταν μία απαραίτητη παράμετρος για την είσοδο στην αυλή ή στη σύγκλητο. Ο ρόλος του αυτοκράτορα, όπως και στην προηγούμενη εποχή, συντέλεσε στην διευκόλυνση της εισόδου νέων ανθρώπων στην αυλή. Τέτοια είναι για παράδειγμα η περίπτωση του Βασιλείου Α΄, που συγκαταλέχθηκε στους στράτορες του Μιχαήλ Γ΄, ενώ ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α΄ στις αρχές του 9ου αι. φαίνεται ότι πραγματοποίησε μία γενικότερη διεύρυνση της συγκλήτου απευθυνόμενος στον επιχειρηματικό κόσμο της Κωνσταντινούπολης. Ίσχυαν λοιπόν γενικότερα κριτήρια που φαίνεται πως είχαν σχέση, εκτός από την ασφάλεια, με την γενικότερη αντίληψη περί «αριστοκρατίας», με τον θεωρητικό στόχο ότι οι «ακόλουθοι» του αυτοκράτορα έπρεπε να περιποιούν τιμή σε αυτόν («δόξα» όπως στο παράδειγμα του Κτενά), αλλά και με τους στόχους της εκάστοτε πολιτικής που ακολουθούσαν οι κυβερνήσεις.
Μολονότι λοιπόν υπάρχει γενικά η εντύπωση της ασυνέχειας μεταξύ της πρωτοβυζαντινής και μεσοβυζαντινής εποχής, η εντύπωση αυτή είναι ελέγξιμη. Στις πηγές αναφέρονται οι «ἀρχαιογενεῖς πολίται», δηλαδή οι απόγονοι των παλαιών συγκλητικών οικογενειών της Κωνσταντινούπολης −ο όρος «πολίται» τονίζει αυτή την παράμετρο−, ενώ είναι δυνατόν να πιστοποιηθεί ένα πλέγμα της λεγόμενης στη βιβλιογραφία «παλαιάς αριστοκρατίας» που περιλαμβάνει μεταξύ των άλλων την οικογένεια των Στουδιτών, του Θεοφάνη του Ομολογητή, τις οικογένειες πολλών πατριαρχών του 8ου και 9ου αι. και των βασιλισσών του 9ου και 10ου αι., ενώ οικογένειες ανθρώπων που τον 10ο αι. χαρακτηρίζονται ως «νέοι» στους αριστοκρατικούς κύκλους στην πραγματικότητα εντοπίζονται να έχουν ρίζες ήδη από τον 8ο αι. το αργότερο. Η αριστοκρατία αυτή εμφανίζεται ως επί το πλείστον να διαθέτει περιουσιακά στοιχεία στην Βιθυνία, πιθανώς και στη Θράκη, αλλά και στις ανατολικές επαρχίες, π.χ. στην Καππαδοκία. Η διείσδυση αρμενικών οικογενειών στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα της αυτοκρατορίας εντοπίζεται για τον 8ο αι., αλλά πιθανώς είναι προγενέστερη, ως συνέπεια της διοικητικής μεταρρύθμισης των Αρμενικών επαρχιών από τον Ιουστινιανό Α΄ και της αναδιοργάνωσης του αρμενικού στρατού.
Το κράτος αναγνώριζε και σεβόταν τις οικογένειες αυτές για την καταγωγή και τον πλούτο τους, όμως έδινε έμφαση στην παροχή υπηρεσιών μέσω της «ἀξίας» (: στρατείας με την στενότερη έννοια) από τα μέλη τους και απαιτούσε υπακοή, πίστη και αποτελεσματικότητα στην εκτέλεση των καθηκόντων. Έτσι, σταθερή διάκριση από την πρωτοβυζαντινή εποχή, κληρονομημένη από το ρωμαϊκό παρελθόν της αυτοκρατορίας, αποτελεί η νομική και κοινωνική απομόνωση των «δυναστών» ή/και «δυνατών», οι οποίοι χαρακτηρίζονται για την επιβλαβή και ζημιογόνα προς το κοινωνικό σύνολο επίδρασή τους. Στους κοινωνικούς διαχωρισμούς του Βυζαντίου η «εὐγένεια» δεν έχει θέση. Το κράτος στην πραγματικότητα αδιαφορεί επίσης και για τον πλούτο ως συστατικό στοιχείο διάκρισης. Οι παλαιές ρωμαϊκές διακρίσεις, ίχνη των οποίων υπάρχουν ακόμα στην Εκλογή, εγκαταλείπονται εντελώς στα τέλη του 8ου αι. και ο Λέων Στ΄ στα Τακτικά του διατηρεί επιφυλάξεις σχετικά με την επιλογή πλουσίου στο αξίωμα του στρατηγού, συνδέοντας μάλιστα την ευγένεια με τις απαραίτητες αρετές διάκρισης κατά την άσκηση των καθηκόντων, αλλά και ο Φιλόθεος στο Κλητορολόγιον (899) σημείωσε ότι «περιφάνεια» αποτελεί μόνο η παροχή υπηρεσίας στο πρόσωπο του αυτοκράτορα. Η ιδέα αυτή επεκτείνεται ακόμα περισσότερο από τον Κωνσταντίνο Ζ΄, ο οποίος χαρακτηρίζει αυτούς που επιλέγουν να μην συμμετέχουν στην άσκηση της εξουσίας, τους «ἰδιῶτας», ως μη ελεύθερους, επειδή ακριβώς δεν συμμετέχουν σε σύστημα που διέπεται από «τάξιν».

Πηγές:
CJ, 1.31.5· Θεοφάνη Χρονογραφία, 355.17, 383.9· Εκλογή, 14.1· Oikonomidès, Listes, 83.18-21· De Cerimoniis, 4.10-12.
Βιβλιογραφία:

Cheynet, Aristocratie, 281-322· Haldon, Senatorial elite, 179-234· Haldon, Byzantium, 161-172· Haldon, Social élites, 168-211· Bury, Administrative system, 20-23, 37-39· Kazhdan-Ronchey, Aristocrazia, 67-167· Yannopoulos, Société profane, 13-21, 24-33· Βυζαντινός κόσμος τ. 2, 285-300 (Cheynet)· Magdalino, Court society, 212-232· Magdalino, Byzantine courtier, 141-165· Kazhdan-McCormick, Byzantine court, 167-197· Ahrweiler, Société, 102-112· Oikonomidès, Listes, 281-290· Laiou, Byzantine aristocracy, 131-151· Ostrogorsky, Aristocracy, 3-32· Beck, Χιλιετία, 327-331, 339-345· Beck, Konstantinopel, 12-20· Λουγγής, Κοινωνική εξέλιξη, 33-44· Oikonomidès, Listes, 281-290· Oikonomides, Role, 1008-1016· Βυζαντινός κόσμος τ. 2, 286-289 (Cheynet)· Winkelmann, Quellenstudien, 142-219· Χριστοφιλοπούλου, Πολίτευμα, 99-101· Ludwig, Social mobility, 238-245· Neville, Authority, 14-31· Χρήστου, Σύγκλητος, 181-207, 215-216.