Ανώτερα κοινωνικά στρώματα μεταξύ 6ου και 7ου αι.

Χρονολογία: 6ος-7ος αι.

Η ένταξη στην ανώτερη κοινωνική τάξη στο Βυζάντιο εξαρχής της αυτοκρατορίας εξαρτάται από την θέση που κατέχει κανείς στο σύστημα της ιεραρχίας, παλατινής ή/και συγκλητικής, η οποία αποκτάται μέσω της άσκησης πραγματικής υπηρεσίας ή/και μέσω της απονομής τιμητικού τίτλου/αξιώματος, χωρίς να έχει υπηρετήσει κάποιος πραγματικά. Η διπλή αυτή ταξινόμηση και ένταξη στο κοινωνικό σύστημα οφείλεται στην ενσωμάτωση της «τάξης» των ιππέων στην «τάξη» των συγκλητικών, δηλαδή ουσιαστικά στη συγχώνευση των δημοσίων λειτουργών του κράτους με τους συγκλητικούς αλλά και αντιστρόφως στην στρατολόγηση λειτουργών και από τις τάξεις των συγκλητικών, εξελίξεις οι οποίες παρατηρούνται ήδη από τον 3ο αι. και εξής. Το σύστημα επέτρεπε αφενός αυτοί που υπηρετούσαν (δημόσιοι υπάλληλοι και στρατιωτικοί) να ενταχθούν μέσω αξιώματος ή μέσω απλής προαγωγής, τιμητικής ή μη, στο ανώτερο κοινωνικό στρώμα της αυτοκρατορίας, αφετέρου σε αυτούς που διέθεταν τον ανάλογο πλούτο, να αγοράσουν ένα τιμητικό αξίωμα και έτσι να ενταχθούν σε μια ομάδα τιτλούχων. Η δραστηριότητα του ίδιου του αυτοκράτορα, ο οποίος προέβαινε κατά την κρίση του σε προαγωγές προκειμένου να ενισχύσει την θέση των ευνοούμενών του ώστε αυτοί να συμμετέχουν στις διεργασίες της συγκλήτου αλλά και να βρίσκονται εγγύτερα στον ίδιο, συνιστά μία ακόμα πλευρά αυτής της κινητικότητας. Ουσιαστικά λοιπόν το ανώτερο κοινωνικό στρώμα στο Βυζάντιο ήδη από τον 4ο αι. ήταν μία αριστοκρατία της υπηρεσίας, και αυτό συντέλεσε ώστε η αριστοκρατία αυτή να μην αποτελέσει ποτέ μία κλειστή κοινωνική τάξη.
Οι άνθρωποι που συγκαταλέγονταν σε αυτές τις κατηγορίες, ανεξαιρέτως επαγγελματικής προελεύσεως, πλούτου και καταγωγής, ανήκαν στην τάξη που στη βιβλιογραφία ονομάζεται γενικά «συγκλητική τάξη»: ήταν ένα κοινωνικό στρώμα με πολύ υψηλές διακυμάνσεις τόσο αναφορικά με τον πλούτο που κατείχε, όσο και με την καταγωγή και γενικά την κοινωνική-οικονομική-πολιτισμική προέλευση, αλλά και την πραγματική κοινωνική θέση και την εξουσία που κατείχε. Η σύγκλητος καθ’ αυτή ήταν ένα σώμα διακριτό από την «συγκλητική τάξη», η οποία μάλιστα, κατά τον 5ο αι. περιορίστηκε ως σώμα στους κατέχοντες τον συγκλητικό τίτλο του ιλλουστρίου και στη συνέχεια σε αυτούς που διέμεναν στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι, τον 6ο αι. τα «ανώτερα κοινωνικά στρώματα» χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, αυτούς που διαμένουν στην Κωνσταντινούπολη και αυτούς που βρίσκονται μόνιμα εκτός πρωτεύουσας, αλλά ο τρόπος λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης και απονομής τίτλων και αξιωμάτων εξασφάλιζε αφενός τη διαρκή σύνδεση τίτλου και συγκεκριμένων αξιωμάτων, αφετέρου τη διαρκή ανανέωση της «συγκλητικής τάξης», ακόμα και του στενότερου κύκλου που περιστοίχιζε τον αυτοκράτορα. Κοινό χαρακτηριστικό είναι η εξάρτηση από το κέντρο της εξουσίας, είτε στην περίπτωση των αξιωματούχων που διορίζονται και τιμούνται από τον αυτοκράτορα, είτε αυτών οι οποίοι, απ’ όπου κι αν προέρχονται, είναι σε θέση να εξαγοράσουν την ιεραρχική τους θέση στο σύστημα. Η απονομή των τίτλων επέφερε συγκεκριμένα προνόμια (π.χ. σωματική ασυλία, απαλλαγή από δευτερεύοντες αλλά επαχθείς φόρους, απαλλαγή από τη συμμετοχή στις τοπικές βουλές) και ειδική μεταχείριση, ιδιαιτέρως ως προς τα φορολογικά και δικαστικά προνόμια, αλλά και το δικαίωμα πρόσβασης στην αυλή, τα οποία αποτελούσαν το πραγματικό αντίκρισμα της αναβάθμισης αλλά και τροφοδοτούσαν την ξεχωριστή κοινωνική θέση σε όλες τις τοπικές κοινωνίες.
Οι βουλευτές των επαρχιακών πόλεων επίσης ανήκαν στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα της αυτοκρατορίας. Σε σχέση με αυτούς, ωστόσο, παρατηρούνται αντιφατικά φαινόμενα. Ενώ οι πλούσιοι γαιοκτήμονες επεδίωκαν να εισέλθουν στην συγκλητική τάξη εξαγοράζοντας έναν τίτλο ή μία αντίστοιχη θέση στη διοίκηση, προκειμένου να αποφύγουν τις επαχθείς βουλευτικές τους υποχρεώσεις, άλλοι, που δεν πληρούσαν τα τυπικά κριτήρια, επιχειρούσαν να αποκτήσουν την βουλευτική ιδιότητα και έτσι να αναβαθμιστούν κοινωνικά τουλάχιστον σε τοπικό επίπεδο. Η νομοθεσία, ιδιαιτέρως του Ιουστινιανού Α΄, αναγνωρίζει το πρόβλημα πλήρωσης των επαρχιακών βουλευτηρίων, που ουσιαστικά συντελεί στη διάλυση του θεσμού των πόλεων, χαλαρώνοντας τους κανόνες εισόδου σε αυτά, τόσο αναφορικά με την καταγωγή, όσο και με την εντοπιότητα, τον πλούτο κλπ, και επιχειρώντας να καταργήσει την απαλλαγή από τη συμμετοχή σε αυτά των συγκλητικών της επαρχίας. Ωστόσο ο ίδιος ο Ιουστινιανός Α΄ αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι δεν υπήρχε τρόπος επιβολής των νόμων (παντελῶς ἔδοξεν ἀνομοθέτητα καθεστάναι), ούτε τρόπος εμπλοκής των «συγκλητικών» της επαρχίας στα βουλευτήρια, παρά μόνο σε ρόλο εγγυητικό και τιμητικό. Μολονότι δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι τα βουλευτικά σώματα υφίσταντο ακόμα τον 6ο αι. στις πόλεις, ο περιορισμός των αρμοδιοτήτων, η ενίσχυση του ρόλου του «πατέρος πόλεως» και του «ἐκδίκου» και η μεταφορά εκλογής των αρχόντων αυτών στους «πρωτεύοντες» και τους «κτήτορες» ουσιαστικά συμπιέζει τα βουλευτικά σώματα ως ξεχωριστή, ενεργή και παραγωγική «κοινωνική τάξη» εντός των πόλεων. Μάλιστα, από το κείμενο της σχετικής Νεαράς για την εκλογή των εκδίκων προκύπτει όχι μόνο ότι η κεντρική εξουσία αναγνωρίζει και εμπιστεύεται περισσότερο την συγκλητική τάξη ως εκπρόσωπό της για την απονομή δικαιοσύνης, ιδανικό που αυτή την εποχή αποκτά νέο περιεχόμενο, αλλά και ότι η διάκριση μεταξύ Κωνσταντινούπολης και επαρχίας γίνεται βαθύτερη, εφόσον περιορίζεται ως και μηδενίζεται η συμμετοχή είτε στις επαρχιακές υποθέσεις είτε στις κρατικές/παλατινές από τους «συγκλητικούς» αντίστοιχα της πρωτεύουσας και της επαρχίας. Η γενική αυτή αρχή αναμφίβολα ενίσχυσε μακροπρόθεσμα τον ρόλο της ίδιας της κεντρικής εξουσίας ως μόνης πηγής δημιουργίας κοινωνικής διάκρισης.
Έτσι, τα τοπικά ανώτερα κοινωνικά στρώματα αποτελούνται από τους συγκλητικούς των επαρχιών, οι οποίοι ήδη από τον 5ο αι. απολαμβάνουν περιορισμένα προνόμια, από τους εκπροσώπους της διοίκησης στις επαρχίες που είναι φορείς της κεντρικής εξουσίας και εντάσσονται στο σύστημα ιεραρχίας της Κωνσταντινούπολης, και από τους πλουσιότερους βουλευτές των πόλεων. Η εγγενής αδυναμία του συστήματος είναι διττή: αφενός τα τοπικά ανώτερα κοινωνικά στρώματα συνεχώς αποδυναμώνονται, εφόσον τα βουλευτήρια χάνουν εντελώς το ρόλο τους, αφετέρου η ύπαρξη των ομάδων που συνδέονται με την Κωνσταντινούπολη λόγω αξιώματος/τίτλου εξαρτάται από την ίδια την κεντρική διοίκηση και επηρεάζεται κυρίως από την εσωτερική θεσμική εξέλιξη των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων, και κατ’ επέκταση και από την οικονομική ικανότητα, το ενδιαφέρον και, τελικά, το συμφέρον των εκπροσώπων της επαρχιακής ελίτ να εξαγοράσουν ακριβά έναν συγκλητικό τίτλο, ο οποίος δεν απέφερε πια ουσιαστικά προνόμια. Είναι άγνωστο κατά πόσο η επαρχιακή αριστοκρατία κατάφερε να επιβιώσει υπό την επίδραση των επιδρομών (στα Βαλκάνια ήδη από τα τέλη του 6ου αι. και στη Μικρά Ασία από το β΄ ήμισυ του 7ου αι.) – η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από την ικανότητα εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πηγών σε ένα εχθρικό περιβάλλον, δηλαδή ουσιαστικά από τη δυνατότητα εκμετάλλευσης της γης.
Η εικόνα της διασποράς της αριστοκρατίας, δηλαδή των εκπροσώπων της συγκλητικής τάξης ή/και των «κτητόρων» στις επαρχίες συνάδει με την εύρεση πολυάριθμων επαρχιακών «οἴκων» σε περιοχές όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Αίγυπτος. Οι βίλλες αυτές έχουν έναν πολύπλευρο οικονομικό ρόλο ως κέντρα συγκέντρωσης της παραγωγής, ως εστίες κοινωνικής και πολιτικής ζωής και ως κέντρα παραγωγής/χρηματοδότησης πολιτισμού. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι βίλλες λειτουργούν κανονικά μέχρι τα τέλη του 6ου αι., οπότε και εγκαταλείπονται και καταστρέφονται, ή συνεχίζουν να λειτουργούν (ή και επαναλειτουργούν) με σημαντικά συρρικνωμένες δραστηριότητες και έκταση.

Πηγές:
CIC III, αρ. 15, 25, 248.12-26, 80, 128, 642.18-25.
Βιβλιογραφία:

Jones, LRE, 523-562, 737-757· Dagron, Γέννηση, 169-218· Delmaire, Dignitaires laïcs, 141-175· Brown, Gentlemen, 21-37, 130-143· Haldon, Byzantium, 161-172· Haldon, Senatorial elite, 179-234· Haldon, Social élites, 168-177· Patlagean, Pauvreté, 11-17· Βυζαντινός κόσμος τ. 1, 171-173 (Feissel)· Χριστοφιλοπούλου, Σύγκλητος, 34-35, 121-126· Καραγιαννόπουλος, Βυζαντινό κράτος, 301-305· Bury, Administrative system, 20-21· Beck, Χιλιετία, 342-345· Yannopoulos, Société profane, 74-76· Λουγγής, Κοινωνική εξέλιξη, 33-44· Tinnefeld, Gesellschaft, 77-99· Alfoldy, Ιστορία, 322-345· Σαράντη, Καθημερινότητα, 75-85· Σβορώνος, Βυζαντινή επαρχία, 42-44.