Προσδιορισμοί: πλοῦτος

Χρονολογία: 7ος-11ος αι., 12ος αι.

Οι βυζαντινές πηγές υπό την επίδραση των πατέρων της Εκκλησίας είναι αμήχανες απέναντι στον πλούτο. Όταν τον περιγράφουν, χρησιμοποιούν το πρότυπο του Αριστοτέλη, απαριθμώντας περιουσιακά στοιχεία, όπως ο Ιωάννης Δαμασκηνός (8ος αι.), ο βιογράφος του Θεοφάνη του Ομολογητή και του Φιλαρέτου του ελεήμονος. Η Ρωμαϊκή πολιτεία μπορεί να διατηρούσε το διαχωρισμό των κοινωνικών τάξεων ανάλογα με τα περιουσιακά στοιχεία (συγκλητικοί, ιππείς, πληβείοι), αλλά από τους διαχωρισμούς αυτούς δεν διατηρείται ούτε ίχνος στο Βυζάντιο ήδη από την πρώιμη εποχή του και σε αντίθεση με την πενία, ο πλούτος δεν ορίστηκε ποτέ με νόμο. Έτσι, για την εξέλιξη μιας δίκης πλούσιος θεωρούνταν απλώς ο εναγόμενος, όταν μπορούσε να καλύψει τις αποζημιώσεις ή τα πρόστιμα που θα του επιβάλλονταν, αν αποδεικνυόταν η ενοχή του.
Ανεξάρτητα από τον ορισμό του, το γεγονός παραμένει ότι ο «πλοῦτος» οδηγεί στην «ἐπισημότητα», δηλαδή βγάζει τους ανθρώπους από την κοινωνική «ἀφάνεια», αλλά δεν συνεπάγεται την ευγένεια, εφόσον ομάδες που κατά γενική παραδοχή δεν ανήκαν στις αριστοκρατικές, ήταν «ἐπίσημες», δηλαδή γνωστές λόγω πλούτου, όπως οι πλοιοκτήτες της Κωνσταντινούπολης στις αρχές του 9ου αι. Ωστόσο η ύπαρξη πλούτου μπορεί να δημιουργήσει συνεκδοχικά την εντύπωση της ευγένειας, και αντίστροφα η απώλειά του μπορεί να αφαιρέσει την ευγένεια. Φαίνεται όμως ήδη ότι ο πλούτος, ίσως πολύ περισσότερο από την ευγένεια, είναι κάτι σχετικό, εφόσον δεν νοείται χωρίς το αντίθετό του, την πενία. Ήδη πολύ νωρίς η ελληνική διανόηση αναπροσάρμοσε υπό την επίδραση του Χριστιανισμού τη σημασία του πλούτου, δίνοντας όμως σε αυτόν, ίσως απροσδόκητα, και την αναπάντεχη δικαιολόγησή του: η ύπαρξη του πλούτου δηλαδή δικαιολογείται, και απενοχοποιείται, εφόσον υπάρχει για την ανακούφιση των κοινωνικά και οικονομικά αδυνάτων. Η ιδέα αυτή, που προέρχεται από τον Κλήμεντα Αλεξανδρείας και αναπτύχθηκε από τους εκκλησιαστικούς πατέρες του 4ου αι., οι οποίοι της προσέδωσαν μία ιδιαίτερη ανθρωπιστική απόχρωση, φαίνεται ότι στο πρώιμο Βυζάντιο συνδέεται μεν με τη φιλανθρωπία στο πλαίσιο του ευεργετισμού, αλλά και εγγράφεται στο πλαίσιο της ρωμαϊκής πατρωνίας, της οποίας αποτελεί συνέχεια, με άλλα λόγια χρησιμοποιήθηκε ευρέως για να πανηγυρίσει, δηλαδή για να δικαιολογήσει την φροντίδα για τους «ἀνθρώπους» των πλουσίων, των «παίδων καὶ παιδισκῶν». Ο Ιωάννης Δαμασκηνός το έγραψε καθαρά: «Οὐ γὰρ ὅπως ἀπολαύσειε μόνον ἔλαβεν, ἀλλ’ ὅπως καὶ ἑτέροις γένοιτο χρήσιμος… Οὗτος μὲν γὰρ μυρίας πληροῖ γαστέρας», και μάλιστα τα σχόλια αυτά αφορούν όχι μόνο τους οικιακούς δούλους, αλλά και τους ελεύθερους που ανήκουν στους, ή που εξαρτώνται από, τους «οἴκους» των πλουσίων. Καθόλου τυχαία, ο Ιουστινιανός Α΄ κατηγορήθηκε ότι με τα μέτρα που έλαβε περιέκοψε τον πλουτισμό των ομάδων που εξαρτώνταν από τις αποζημιώσεις του δημοσίου, από τις νόμιμες και παράνομες απολαβές των ανώτερων αξιωματούχων ως και των απλών στρατιωτών, επηρεάζοντας έτσι όχι μόνο αυτούς, αλλά και όλους τους ανθρώπους που είχαν συναλλαγές μαζί τους.
Ωστόσο, ο «πλοῦτος» συνδέθηκε και με άλλη μία παράμετρο, την πλεονεξία: οι πλούσιοι απλώς επιζητούν να αυξήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία και στρέφονται κατά των γειτόνων τους. Η πάταξη της πλεονεξίας αποτελεί μία από τις κυρίαρχες συνιστώσες για την απονομή δικαιοσύνης στην Εκλογή και επαναλαμβάνεται και στις Νεαρές του 10ου αι. για την γαιοκτησία. Στην επιστολή αρ. 187 ο πατριάρχης Φώτιος καταφέρεται εναντίον αυτών που «χεῖρα μὲν βαρεῖαν προβεβλῆσθαι, ἐκ τῶν ἀλλοτρίων πόνων αὐτοῖς τὴν περιουσίαν συλλέγουσαν». Η αντίληψη αυτή ορίζει το πλαίσιο εντός του οποίου κινήθηκε η νομοθεσία και συμπυκνώνει τις επίσημες απόψεις του κράτους για τον πλούτο και τους πλουσίους. Στον αντίποδα, ωστόσο, φαίνεται ότι ο πλούτος αποτελεί ουσιώδες γνώρισμα της τιμής, δηλαδή της ευγένειας. Στους Βίους των αγίων δίνεται η εντύπωση ότι ο πλούτος ολοκληρώνει το επιφανές προφίλ μιας οικογένειας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την ευγένεια του γένους και της υπηρεσίας, συμπληρώνει και ολοκληρώνει την ευγένεια των ηρώων. Το πλατωνικό πρότυπο της γαιοκατοχής δείχνει την εντοπιότητα και την αυτοχθονία, η οποία σήμαινε ευγένεια. Το πρότυπο λοιπόν του «γεωργού», ή Γεωργίου, εμφανίζεται στις πηγές με τη σαφή πρόθεση να προσδώσει ή να ενισχύσει την ευγένεια των προσώπων. Το βρίσκουμε στα Γεωπονικά σε μία σύνθεση καθαρά Πλατωνική, αλλά και σε Βίους όπως του Φιλαρέτου, του Λουκά του Στυλίτη, του Ευστρατίου Αγαύρου, ενώ ίσως η πιο χαρακτηριστική επιστράτευση της «γεωργίας» προκειμένου για τον εξευγενισμό προσώπου αποτελεί η περίπτωση του Βασιλείου Α΄. Πρόκειται λοιπόν για δύο διαφορετικές προσεγγίσεις του κοινωνικού φαινομένου του πλούτου, εκ των οποίων η πρώτη, που εξισώνει τους πλουσίους με τους «πλεονέκτες», επιβαρύνεται με αντιλήψεις που επιστρατεύθηκαν για να ενισχύσουν την κρατική παντοδυναμία, και η δεύτερη ανήκει στον αυτοπροσδιορισμό της ίδιας της αριστοκρατίας του Βυζαντίου.
Η σύγχρονη έρευνα δίνει έμφαση στα χρήματα που αποκτούσαν οι οικογένειες μέσω της μακρόχρονης υπηρεσίας κυρίως στα στρατιωτικά αξιώματα, οι αμοιβές των οποίων είναι καλύτερα γνωστές, ωστόσο οι συγκεκριμένες πληροφορίες είναι ελάχιστες. Ο Προκόπιος αναφέρει ότι οι αξιωματούχοι μπορούσαν να κερδίσουν εκατό κεντηνάρια χρυσού, αλλά η πληροφορία αυτή αφορά χωρίς αμφιβολία τους ανώτερους αξιωματούχους. Άλλες πηγές αναφέρουν ασαφώς τον «βίον πολυτάλαντον» ή τα «χρήματα». Υπολογίζεται ότι ένας μάγιστρος και δομέστικος των Σχολών τον 10ο αι. λάμβανε δεκαέξι λίτρες χρυσού ως ῥόγα του τίτλου και σαράντα λίτρες χρυσού ως ῥόγα του αξιώματος (δηλαδή σε σύνολο το λιγότερο 4032 χρυσά νομίσματα το χρόνο). Πρόκειται όμως για τα ανώτερα αξιώματα της αυτοκρατορίας και ελάχιστοι άνθρωποι είχαν πρόσβαση σε αυτά και σε τέτοιες απολαβές, και μάλιστα αδιάκοπα. Από τον 11ο αι. οι πηγές βρίθουν από αναφορές σε μεγάλα χρηματικά αποθέματα που σχηματίζονταν κυρίως μέσω της χαριστικής δωρεάς και της πρόνοιας, μέσω της απονομής δηλαδή του δικαιώματος διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων και της συλλογής φόρων ως αντιμισθίας. Μετά το 1081, καταμαρτυρά ο Ζωναράς, η αριστοκρατία των Κομνηνών, συνδεδεμένη με το «αἷμα» με τη βασιλεύουσα δυναστεία, ήταν μία αριστοκρατία βαθύπλουτη, οι οικίες των οποίων προσομοίαζαν σε ανάκτορα. Οι πηγές, που προέρχονται πλέον από τα σωζόμενα μοναστηριακά αρχεία (μοναστηριακά Τυπικά και έγγραφα) επιτρέπουν την εξέταση της διαχείρισης των μεγάλων περιουσιών της αριστοκρατίας, οι οποίες ήταν οργανωμένες σε «οἴκους» ακολουθώντας τα πρότυπα οργάνωσης της κρατικής περιουσίας. Ωστόσο, η εξουσιοδότηση διαχείρισης ιδιωτικών και κρατικών πόρων η οποία παραχωρούνταν ως προνόμιο από τους αυτοκράτορες αποτελεί την κύρια πηγή πλουτισμού των επιφανέστερων μελών της αριστοκρατίας, όπως οι αυτοκρατορικοί γόνοι. Πρακτικά, το αποτέλεσμα αυτών των μεθόδων οικονομικής διαχείρισης ήταν η όξυνση των αντιθέσεων και η κοινωνική και πολιτική πόλωση μεταξύ της αριστοκρατίας, η οποία ήταν εξαρτημένη από την αυτοκρατορική γενναιοδωρία, και των επαρχιών, πόλωση η οποία ξέσπασε σε αλλεπάλληλα επεισόδια μετά το 1180.

Πηγές:
Βίος αγίου Νικολάου, Vita compilata, 221.24-25· Βασιλικά, 2.2.225· Βίος Θεοφάνη Ομολογητή, 4· Βίος Νικηφόρου Σεβάζης, 19· Svoronos, Novelles, αρ. 3.19-20, 5.116-119, 14.Ι. 3-4· Βίος Φιλαρέτου, 60.5-15· Βίος Μιχαήλ Μαλεΐνου, 550.25-27· Βίος Λουκά στυλίτη, 200.1-5· Βίος Ευστρατίου Αγαύρου, 369· Γεωπονικά, 2.5-7· Ζωναρά Επιτομή ιστοριών 3, 767.2-8.
Βιβλιογραφία:

Cheynet, Aristocratie, 298-308· Cheynet, Aristocratie et héritage, 53-80· Βυζαντινός κόσμος τ. 2, 300-303 (Cheynet)· Magdalino, Court society, 227-229· Magdalino, Aristocratic oikos, 92-111· Francopan, Land and power, 112-142· Oikonomides, Title and income, 199-215· Oikonomides, Role, 1008-1016· Ahrweiler, Société, 102-112· Ostrogorsky, Aristocracy, 8-12, 17-20, 22-23, 26-29· Beck, Χιλιετία, 344-345· Yannopoulos, Société profane, 22-23· Kazhdan-McCormick, Byzantine court, 187-195· Winkelmann, Quellenstudien, 25-32· van den Hoek, Wealth and poverty, 67-75· Brown, Poverty, 1-9, 17-19, 26-28, 74-79· Kazhdan-Ronchey, Aristocrazia, 175-183· Σαράντη, Καθημερινότητα, 57-87· Ellis, House and family, 247-272· Patlagean, Ελληνικός μεσαίωνας, 279-283.