Δυναστεία και δυνάσται

Χρονολογία: 10ος αι.

Η δυναστεία είναι μία αρχαία έννοια που έχει σχέση με την επιβολή και άσκηση της εξουσίας, συχνά με τη χρήση βίας. Ο όρος, μαζί με τον όρο «δυνάστης» είναι ιδιαίτερα συχνοί στην Αγία Γραφή αλλά και στις πηγές που κάνουν λόγο για τα αρχαία -συνήθως, αλλά όχι πάντα- μετακλασικά καθεστώτα του ελληνικού χώρου για να δηλώσουν την ηγεμονία και τους ηγεμόνες σε εποχές που χαρακτηρίζονται από τον πολιτικό κατακερματισμό. Όχι σπάνια με τον όρο «δυναστεία» χαρακτηρίζεται ακόμα και η βασιλεία. Με την έννοια της πολιτικής επιρροής στο δημόσιο χώρο ο όρος δεν διαφέρει πολύ από τη ρωμαϊκή σύλληψη περί «δυνατών». Ωστόσο στην ελληνική γραμματεία η δυναστεία αφορά πολύ περισσότερο την κατοχυρωμένη εξουσία, συχνά μέσω αξιώματος ενώ, αντίθετα με τις ρωμαϊκές αντιλήψεις για τους δυνατούς, οι δυνάστες διακρίνονται για την κοινωνική τους θέση, την οποία παρέχει είτε ο πλούτος τους, είτε το αξίωμά τους. Με αυτές τις προϋποθέσεις οι δυνάστες εντοπίζονται στο πλαίσιο των πόλεων, στις επαρχίες είτε ως στρατηγοί ή άλλοι αξιωματούχοι είτε ως απλοί ιδιώτες μεγαλοϊδιοκτήτες γης, κατεξοχήν δε στο πλευρό του αυτοκράτορα με τον χαρακτηρισμό «παραδυναστεύοντες». Οι όροι λαμβάνουν έτσι περιεχόμενο κατεξοχήν κοινωνικό, σηματοδοτώντας τη δύναμη των προσώπων που κατέχουν την ισχύ να πραγματοποιήσουν αυτό που θέλουν, συχνά εις βάρος του κοινωνικού τους περίγυρου, συχνά αγνοώντας το νόμο και όχι σπάνια ασκώντας πραγματική βία.
Η βυζαντινή γραμματεία αντιπαραθέτει, υπό την επιρροή των Γραφών αλλά και του Μεγάλου Βασιλείου, τους δυνάστες στους πένητες συχνά κατηγορώντας τους για πλεονεξία και άσκηση βίας. Η παράμετρος αυτή υιοθετήθηκε από τη βυζαντινή νομοθεσία και είναι άμεσα αντιληπτή τόσο στην Κωδικοποίηση του Ιουστινιανού Α΄, στην Εκλογή και στα Βασιλικά, που ως επί το πλείστον ακολουθούν την Κωδικοποίηση. Η αντίληψη αυτή εκφράζει την διεκδίκηση από το κράτος μέσω της νομοθεσίας του, της προστασίας των αδύναμων κοινωνικά ομάδων –στα Βασιλικά περιλαμβάνονται, προερχόμενες εκ του Ιουστινιάνειου Κώδικα, πρώιμες διατάξεις που επιτρέπουν κατ’ εξαίρεση σε αυτούς να ζητήσουν την εκδίκαση της υπόθεσής τους από τον ίδιο τον αυτοκράτορα, ιδιαιτέρως αν είχαν υποστεί δυναστεία, αλλά και απορρίπτουν τις δικαστικές καταθέσεις που έγιναν «κατὰ χάριν ἢ διὰ δυναστείαν τινός». Με τις ιστορικές αφηγηματικές πηγές παρατηρείται το ίδιο φαινόμενο που παρατηρήθηκε και για τους δυνατούς, ότι δηλαδή ο όρος δεν είναι ιδιαίτερα συχνός ει μη μόνον για να προσδώσει αρνητική απόχρωση, συχνά –αλλά όχι πάντα- στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης του δυνάστη με τον πένητα, δηλαδή τον κοινωνικά αδύναμο άνθρωπο. Σε αυτό το πλαίσιο αναφέρεται π.χ. σε μερικούς Βίους αγίων (αγίου Αλυπίου, Λουκά στυλίτη)· στο Βίο Συμεών του Σαλού λαμβάνει καθαρά κοινωνικό περιεχόμενο: «καλοὶ οἱ προστάται, οὓς ἔχετε ἐν ἀνάγκῃ πρὸς τοὺς δυνάστας». Στον Βίο Φιλαρέτου οι «γειτονεύοντες δυνάσται» είναι αυτοί που καταπατούν και ιδιοποιούνται τα κτήματα του Φιλαρέτου, και ο ίδιος ο Φιλάρετος όμως είναι δυνάστης στις επαφές του με την κεντρική εξουσία.
Δύναται κανείς να διατυπώσει το συμπέρασμα ότι, στο πλαίσιο που διαγράφηκε, δεν μπορεί να υπάρχει άλλος δυνάστης στην αυτοκρατορία εκτός από τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Η «τῆς δυναστείας ἐξουσία», όπως έγραψε και ο Λέων Στ΄, μπορεί να είναι μόνο αυτοκρατορική. Τον 9ο και ιδιαιτέρως τον 10ο αι. η προστασία των αδυνάτων έγινε μέθοδος για τον έλεγχο των δυνατών. Ο πατριάρχης Φώτιος έγραψε σε επιστολή του «ἀνὴρ δὲ δυναστείαν ἔχων καὶ ἀπορίαν οὐκ ἔχων ἀναπολόγητον ἔχει τὴν ἀπὸ τοῦ ἀδικεῖν ἁμαρτίαν». Στο ίδιο πνεύμα η Αυξημένη Εισαγωγή (Eisagoge Aucta), ένα συμπιληματικό νομικό έργο που καταρτίστηκε μεταξύ του 10ου και 11ου αι., περιλαμβάνει τη διάταξη ότι την αποφυγή των νομικών συνεπειών κατοχυρώνει μόνο βασιλικό διάταγμα και όχι η δυναστεία (οὐ προνόμιον, οὐ τύπος, οὐ δυναστεία) σε περίπτωση που κάποιος έχει προβεί σε αξιόποινες πράξεις. Μεταξύ της εποχής του Φωτίου και της διάταξης της Αυξημένης Εισαγωγής όμως το κατεξοχήν όχημα που καταδίκασε την δυναστεία ήταν οι Νεαρές του 10ου αι. περί γαιοκτησίας. Σε αυτές ορίζονται ως δυνατοί όχι μόνο αυτοί που είναι ικανοί μόνοι τους να ασκήσουν εξουσία για να πετύχουν αυτό που θέλουν εναντίον των πενήτων, αλλά και αυτοί που επαπειλούν με την εξουσία άλλων, με τους οποίους έχουν προσωπική σχέση. Η δυναστεία, παρατήρησε ο Βασίλειος Β΄, περνά από γενιά σε γενιά, παρατήρηση η οποία οδήγησε το 996 στην κατάργηση της τεσσαρακονταετούς παραγραφής για την διεκδίκηση κτημάτων από τους πένητες.
Η δυναστεία, η άσκηση εξουσίας και/ή επιρροής από έναν άρχοντα στον κοινωνικό περίγυρο, υπάρχει ανεξαιρέτως του αξιώματος. Ο Κεκαυμένος έδωσε μία ξεκάθαρη εικόνα αυτής της εξουσίας, περιλαμβάνοντας στο Στρατηγικόν του συμβουλές προς άρχοντες, τους οποίους παρόλα αυτά δεν κατονομάζει ως δυνάστες, και οι οποίοι έχουν εξουσία στους ανθρώπους της επαρχίας. Ο Κεκαυμένος συμβουλεύει πως η απονομή δικαιοσύνης πρέπει να γίνεται με μέτρο για να μην αποξενώσει ο άρχοντας τους «ὁμόφρονας», «φίλους» και «συντρόφους» αυτών που αδικούν. Ο άνθρωπος που έχει αυτή την εξουσία σε τοπικό επίπεδο μπορεί να ασκήσει εκφοβισμό, να συμβουλεύσει, να επιβάλει πρόστιμα, σωματικές τιμωρίες και να εξευτελίσει αυτούς που δεν πειθαρχούν. Η εξουσία αυτή δεν έχει σχέση με την κεντρική εξουσία και υπάρχει ανεξαρτήτως αυτής, ο άρχοντας δηλαδή δεν είναι διορισμένος από την Κωνσταντινούπολη, δεν έχει «ὀφφίκιον». Ο τοπικός άρχοντας αναγνωρίζεται για την εξουσία του όχι μόνο από αυτούς που αποτελούν το εργατικό του δυναμικό, αλλά πιθανώς και από τους ελεύθερους ιδιοκτήτες της περιφέρειάς του, και αναγνωρίζεται ως «αὐθέντης». Έτσι, επιδιώκουν να εκπροσωπηθούν από αυτόν στον διορισμένο διοικητή του τόπου, ιδίως όταν πρέπει να καθοριστούν οι φορολογικές υποχρεώσεις του καθενός. Οι πληροφορίες αυτές προσεγγίζουν την εικόνα που σκιαγραφούν οι Νεαρές του 10ου αι. για την επιρροή των δυναστών ή/και δυνατών στις επαρχίες. Για τον Κεκαυμένο η ειδοποιός διαφορά για να χαρακτηρίσει κάποιον «δυνάστη» είναι η ίδια δραστηριότητα που περιγράφουν οι Νεαρές, όπως π.χ. στην περίπτωση του Νῶε, ο οποίος «δυνάστης… τυγχάνων… ἐν Δημητριάδι», επιχειρούσε να ιδιοποιηθεί τις περιουσίες των γειτόνων του. Η εξουσία όμως των αρχόντων στις επαρχίες για τον Κεκαυμένο είναι πραγματική και μη διαπραγματεύσιμη, και βασική της παράμετρος είναι η απονομή δικαιοσύνης (τοὺς ἁμαρτάνοντας… κόλαζε), υπάρχει δε εντός της βυζαντινής επικράτειας, ταυτόχρονα και παράλληλα με την εξουσία του αυτοκράτορα, που ασκείται μέσω των αξιωματούχων του κράτους. Ανάλογες συμβουλές εξάλλου δίνει ο Κεκαυμένος προς τους «τοπάρχες», τοπικούς ηγεμόνες που βρίσκονται εκτός των συνόρων της αυτοκρατορίας, μπορεί όμως να βρεθούν στη θέση να αποφασίσουν αν θέλουν να ενταχθούν σε αυτή ή όχι. Ένας τέτοιος τοπικός δυνάστης, ή τοπάρχης, μπορεί να θεωρηθεί πως ήταν ο Μελίας.
Αν ο άρχοντας που ασκεί αυτή την εξουσία σε τοπικό επίπεδο φέρει αξίωμα, η ισχύς του αυξάνει, εφόσον έχει στη διάθεσή του μεγαλύτερους πόρους. Ως δυνάστες χαρακτηρίζονται στις πηγές ο Βάρδας Σκληρός, η οικογένεια των Φωκάδων (ἀδιάδοχον… εἶχον τὴν δυναστείαν), και ο Βάρδας Φωκάς από τον ίδιο τον αυτοκράτορα Βασίλειο Β΄ σε προσωπική του επιστολή που χρονολογείται στο 987. Σε μεταγενέστερη έκδοση της Νεαράς του 996 αναφέρεται ότι η «οικειότητα προς τους βασιλείς» είναι λόγος για την μακροημέρευση της δυναστείας κάποιων, παρατήρηση που αναφέρεται στην απονομή υψηλών –συνήθως στρατιωτικών- αξιωμάτων σε μέλη της ίδιας οικογένειας. Συνδυάζοντας τις πληροφορίες, προκύπτει ότι η ευνοϊκή μεταχείριση των ανθρώπων των δυναστών, αυτών δηλαδή που κατηγορούνται στη νομοθεσία ότι χρησιμοποιούν την εξουσία των ανωτέρων τους για να πλουτίσουν, ήταν δεδομένη και αυξανόταν εξαιτίας της οικειότητάς τους προς τους ισχυρούς συγγενείς ή φίλους τους. Για τον Βάρδα Σκληρό ο Μιχαήλ Ψελλός αναφέρει ότι «δυναστείας ἔχων ἰσχὺν», απολάμβανε επίσης και την υποστήριξη του στρατού. Κατά τον Ζωναρά, όταν ο Τζιμισκής διορίστηκε λογοθέτης του δρόμου από τον Νικηφόρο Β΄ Φωκά, εξέλαβε τον διορισμό «οὐκ εἰς δυναστείαν, ἀλλ’ εἰς τιμωρία καὶ ταύτην βαρείαν». Έτσι είναι σαφές ότι το κράτος είναι ενήμερο για τις δραστηριότητες των αρχόντων του οι οποίοι ασκούν πραγματική εξουσία στους ανθρώπους τους, αλλά η ειδοποιός διαφορά για να χαρακτηριστεί κάποιος «δυνάστης» είναι η μη τήρηση της «νομιμότητας».

Πηγές:
Βίος Συμεών του σαλού, 61.12-14· Βίος Φιλαρέτου, 62.50-51, 84.394· Τακτικά Λέοντος, 2.7-8· Φωτίου Επιστολές, αρ. 1.779-780· Epanagoge aucta, 5.21, 66· Μιχαήλ Ψελλού Χρονογραφία 1, 14.4-5· Ζωναρά Επιτομή ιστοριών 3, 516.16-517.1· Κεκαυμένου Στρατηγικόν, κεφ. 2, 84.25-26, κεφ 3, 98.1, 133.1-11, 134.1-3, 15-19, 137.11-15· Svoronos, Novelles, αρ. 2.Ι.83-88, 3.18-23, 4.55-58, 5.38-39, 97-98, 14.Ι.5-6, 22-39, ΙΙ.20-45· Βασιλικά, 7.3.37.7-12, 21.1.29.1-2· Epanagoge aucta, 5.21.
Βιβλιογραφία:

Kaplan, Les hommes et la terre, 362-368· Kazhdan, Aristocrazia,133-139· Cheynet, Aristocratie, 317-319· Cheynet, Pouvoir, 177-184, 250-253· Angold, Archons and dynasts, 236-246· Saradi, ‘Dynasteia’ and ‘prostasia’, 69-117.