Οι μέθοδοι των δυνατῶν

Χρονολογία: 10ος αι.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Νεαρές του 10ου αι. επιμένουν στο θέμα της ισχύος των «δυνατῶν» και αντιπαραθέτουν σε αυτούς και όχι στους πλουσίους τους «πτωχοὺς» ή «πένητες», εφόσον το χαρακτηριστικό της δράσης τους ήταν η άσκηση βίας, η απάτη, η δωροδοκία ή δωροληψία και ο σφετερισμός των περιουσιακών στοιχείων πενήτων και στρατιωτών.
Οι πηγές είναι αρκετά αναλυτικές σχετικά με τις μεθόδους που ακολουθούσαν οι δυνατοί για να αυξήσουν τις περιουσίες τους. Εκτός από τον εκφοβισμό, τον προπηλακισμό, τη σωματική επιβουλή και την εξαπάτηση που ασκούσαν είτε άμεσα είτε έμμεσα δια των ανθρώπων, οικείων ή συγγενών και προσηκόντων τους, και την καταπάτηση των κτημάτων, συνηθισμένη ήταν και η νόμιμη οδός, μέσω προικοδότησης, προγαμιαίας δωρεάς, διαθήκης, ανταλλαγής, ακόμα και διάλυσης, υιοθεσίας, δωρεάς και πώλησης. Σύμφωνα με τον αυτοκράτορα Ρωμανό Α΄ Λακαπηνό, μετά τον λιμό του 927 οι δυνατοί εκμεταλλεύονταν την ανάγκη των πενήτων και αγόραζαν τα κτήματά τους έναντι λίγου σίτου. Επίσης όχι σπάνιες ήταν οι περιπτώσεις δωροδοκίας/δωροληψίας για την επίτευξη οποιουδήποτε σκοπού, αλλά και ο παράλογος για την κυβέρνηση ισχυρισμός των δυνατών, ότι κατείχαν τις γαίες τους «ἀγράφως», δηλαδή χωρίς επίσημα έγγραφα που αποδείκνυαν την κυριότητα. Κάποιοι, εξαιτίας της οικειότητάς τους προς τον βασιλέα, είχαν ευνοϊκή αντιμετώπιση από τις αρχές, ενώ κάποιοι άλλοι επικαλούνταν την υψηλή τους θέση προκειμένου να αποφύγουν να καταβάλλουν μεγαλύτερο τίμημα στις συναλλαγές τους με τους πένητες.
Κρίνοντας από τον αριθμό των Νεαρών διατάξεων του 10ου αι. που αναφέρονται στο ζήτημα, η εκποίηση εγγείων αγαθών στους δυνατούς αποτελούσε μία τάση της εποχής. Οι δυνατοί αναλάμβαναν να παρέχουν στους μικρογαιοκτήμονες, των οποίων την περιουσία απορροφούσαν, ένα σταθερό πλαίσιο διαβίωσης. Έναντι «προστασίας», «συνδρομῆς» και «εὐεργεσίας ὑποσχέσεως» οι πένητες επέλεγαν να εκποιήσουν με κάποιον νόμιμο τρόπο τα κτήματά τους σε κάποιον δυνατό της περιοχής τους και να συγκαταλεχθούν με αυτό τον τρόπο στους ανθρώπους του. Μεταξύ των πράξεων που αναφέρουν οι πηγές, ιδιαιτέρως η «υἱοθεσία» αποτελούσε πράξη που στόχο είχε την κοινωνική αναβάθμιση των εμπλεκομένων ατόμων, ενώ ανάλογη ανταμοιβή είχε πιθανώς και ο γάμος που προϋπέθετε την προικοδότηση και την προγαμιαία δωρεά, πράξεις που αρχικά επιτρέπονταν και εξαιρούνταν από τις ρυθμίσεις για το δίκαιον της προτίμησης του Ρωμανού Α΄ Λακαπηνού του έτους 928. Στη συνέχεια όμως, το 934, όλες αυτού του είδους οι πράξεις χαρακτηρίστηκαν από τον ίδιο αυτοκράτορα «σεσοφισμένας ἐπικτήσεις» –αναφέρονται συγκεκριμένα ως παραδείγματα η δωρεά και η κληρονομία– και τέθηκαν στην ίδια κατηγορία με τις αρπαγές, για τις οποίες δεν αναγνωριζόταν κανένα ελαφρυντικό.
Μέχρι το 947/960-1 η κυβέρνηση έδειξε ανοχή στα περίπλοκα αιτήματα πενήτων και δυνατών, ορίζοντας το διάστημα παραγραφής και προσπαθώντας να ρυθμίσει ζητήματα επιστροφής του τιμήματος και αποζημιώσεων, διακρίνοντας την καλή πίστη στις συναλλαγές από την κακοπιστία, και θεωρώντας την έναρξη της μονοκρατορίας του Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου (945) ως κομβικό σημείο. Από το 947 (; η χρονολογία το πιθανότερο είναι λίγο μεταγενέστερη αλλά οπωσδήποτε πριν το 959) για τα στρατιωτικά κτήματα, και από το 960/1 για όλα τα κτήματα, οι δυνατοί εκδιώκονταν χωρίς αποζημίωση, εφόσον οι πράξεις τους έγιναν μετά το 945. Η μεταγενέστερη νομοθεσία υποδηλώνει ότι αυτοί οι όροι ποτέ δεν τηρήθηκαν απόλυτα, εφόσον οι δυνατοί έβρισκαν και άλλα επιχειρήματα νομικής φύσεως για να διατηρούν και να αυξάνουν τις περιουσίες τους. Το 996 ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος θέσπισε την κατάργηση και της τεσσαρακονταετούς παραγραφής. Πλέον οι δυνατοί θα μπορούσαν να κρατήσουν τα κτήματά τους μόνο στην περίπτωση που τα είχαν αποκτήσει πριν το 927/8. Μετά το θάνατο του Βασιλείου Β΄ (1025) τα δικαστήρια φαίνεται ότι τηρούσαν ευλαβικά τις διατάξεις του αυτοκράτορα. Η ειδοποιός διαφορά για την τήρηση της παραγραφής ήταν ο χαρακτηρισμός του αγοραστή ως δυνατού. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις ίσχυαν τα περιθώρια της παραγραφής για ιδιώτες και ιδρύματα, όπως αυτά είχαν τεθεί από την Ιουστινιάνεια νομοθεσία κατά περίπτωση (10ετία, 20ετία, 30ετία, 40ετία) διακρίνοντας την καλή πίστη από την κακοπιστία.

Πηγές:
Svoronos, Novelles, αρ. 2.77-88, 3-6, 14.Ι.2-6· Πείρα, 32α-δ, 38-40.
Βιβλιογραφία:

Lemerle, Agrarian History, 96-108· Ostrogorsky, Ιστορία τ. Β΄, 150-154, 159-161, 188-190· Ostrogosky, Paysannerie, 12-24· Kaplan, Les hommes et la terre, 362-368· Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία τ. Β2, 383-390· Χριστοφιλοπούλου, Πολίτευμα, 318-327· Saradi, ‘Dynasteia’ and ‘prostasia’, 69-117· Patlagean, Ελληνικός μεσαίωνας, 272-276· Σβορώνος, Βυζαντινή επαρχία, 73-76.