Ορισμός των δυνατῶν

Χρονολογία: 6ος-10ος αι.

Οι «δυνατοί» δεν είναι μία νέα ομάδα στην Βυζαντινή ιστορία. Προέρχονται ήδη από τη ρωμαϊκή εποχή και τους “potentes” ή “potentiores” ή “potentissimi”, οι οποίοι χαρακτηρίζονται –με αρκετή ασάφεια– για την επιρροή τους ήδη στην αυτοκρατορική Ρώμη. Το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η άσκηση βίας και καταναγκασμού για την επίτευξη των στόχων τους. Ως εκ τούτου, ο όρος δεν δηλώνει κοινωνική θέση ή προέλευση και μάλιστα στιγματίζει τα άτομα για τη δράση τους. Η κοινωνική προέλευση ατόμων που χαρακτηρίζονται ως δυνατοί στις λατινικές πηγές δεν εντοπίζεται απαραιτήτως στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, μολονότι δεν λείπουν αναφορές που δείχνουν ότι, όταν η “potentia” συνδέεται με ανθρώπους που ασκούν εξουσία είτε λόγω θέσεως είτε λόγω πλούτου, τότε γίνεται μέρος του ρωμαϊκού αριστοκρατικού ιδεώδους. Στις βυζαντινές αφηγηματικές πηγές της πρώιμης περιόδου ο όρος είναι γενικά σπάνιος, πιθανώς και εξαιτίας της ρωμαϊκής προέλευσής του, εφόσον δηλαδή η έννοια δεν είναι μία ελληνική έννοια. Κατά τον Μεγάλο Βασίλειο οι δυνατοί χαρακτηρίζονται για την πλεονεξία και την αρπακτικότητά τους, μέθοδοι που χρησιμοποιούν συστηματικά κατά των γειτόνων τους για τη συγκέντρωση μεγάλου πλούτου. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος φαίνεται να αποδίδει στην έννοια του δυνατού την «δυναστεία», την άσκηση δηλαδή πραγματικής εξουσίας επί των ανθρώπων, έννοια η οποία φαίνεται πως βρίσκεται εγγύτερα στην ελληνική σκέψη και είναι ιδιαίτερα συχνή στις πηγές.
Οι Νεαρές του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α΄ δίνουν μία πλήρη εικόνα για τους δυνατούς. Οι δυνατοί ή «ἰσχυροὶ» είναι ικανοί να εμποδίσουν την εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων αλλά αντιδιαστέλλονται σαφώς με τους «ἄρχοντες», δηλαδή από αυτούς με επίσημη εξουσία, και μολονότι η ύπαρξή τους εντός των πόλεων επισημαίνεται σε αρκετές περιπτώσεις –οπότε τίθεται στη δικαιοδοσία των «ἐκδίκων»- είναι η δράση τους στις επαρχίες που απασχολεί κυρίως τις αρχές της Κωνσταντινούπολης. Στη Νεαρά αρ. 25 αναφέρεται ότι η επαρχία Λυκαονίας ανήκει εξολοκλήρου σε «ισχυρούς» οι οποίοι είναι ένοπλοι και δεν υπακούν ούτε στη στρατιωτική, ούτε στην πολιτική εξουσία. Στην Παφλαγονία εντοπίζονται οι άνθρωποι των δυνατών, οι οποίοι δρούν με ζημιογόνο τρόπο για τα κρατικά κτήματα που βρίσκονταν στην περιοχή. Μάλιστα σε μία άλλη επαρχία, όπου η κρατική περιουσία ήταν μεγαλύτερη, στην Καππαδοκία, οι δυνατοί είχαν μεγάλες ακολουθίες που επιδίδονταν αδιακρίτως σε καταλήστευση του πληθυσμού και της βασιλικής περιουσίας. Η δράση των δυνατών λοιπόν και τον 6ο αι. δεν διαφέρει πολύ από τη δράση κανονικών ληστών και οι «λῃστεύοντες» ταυτίζονται με τους «πλεονεκτοῦντας», αρπάζοντας τα κοπάδια και άλλα περιουσιακά στοιχεία των αγροτών, συχνά επιδράμοντας στα χωριά και καταπατώντας τη δημόσια και βασιλική γη, χωρίς κανείς να φέρνει αντίσταση επειδή πολλοί δωροδοκούνταν. Οι ίδιες καταγγελίες αφορούσαν, την εποχή του Ιουστινιανού Α΄, και άλλες επαρχίες στη Μικρά Ασία και αλλού. Στην Εκλογή τον 8ο αι. ο όρος «δυνατοί» δεν απαντά, σε αντίθεση με τον όρο «δυνάστης» και «δυναστεία», ενώ στα Βασιλικά (τέλη 9ου αι.) υπάρχει μόνο εφόσον μεταφράζει από τον Κώδικα του Ιουστινιανού Α΄ τον λατινικό αντίστοιχο (potentes) ή αναπαράγει τις Νεαρές του 6ου αι.
Η ασάφεια που επικρατεί στις πηγές αλλά και το γεγονός ότι οι Νεαρές του 10ου αι. δεν έχουν μελετηθεί συστηματικά και συγκριτικά με τις υπόλοιπες αναφορές των δυνατών που ξεφεύγουν από το πλαίσιο του 10ου αι. οδηγεί σε κάποια ασάφεια και στη σύγχρονη ιστορική βιβλιογραφία: οι δυνατοί συνδέονται είτε με τον πλούτο, είτε με τα αξιώματα, είτε και με τα δύο, θεωρείται πως αποτελούν τη συνέχεια των δυνατών του 6ου αι. και συγχωνεύεται η αντιμετώπισή τους με αυτή των «δυναστών» αλλά και συγχέονται με τη «φεουδαρχία» και τους «φεουδάρχες» που θεωρείται από μερικούς ερευνητές ότι αναπτύχθηκε στο Βυζάντιο. Το γεγονός πάντως παραμένει ότι η χρήση του ρωμαϊκού όρου δυνατοί από τη νομοθεσία του 10ου αι. δεν αποτελεί νεωτερισμό αλλά συντηρητισμό, εφόσον ακολουθεί τη ρωμαϊκή πρακτική, ενώ αντίθετα, η τρέχουσα βυζαντινή αντίληψη (ακολουθώντας την αρχαία ελληνική) απέδιδε στους δυνάστες τις ιδιότητες και τη δράση που η νομοθεσία απέδωσε στους δυνατούς. Έτσι μπορεί, με κάποιες επιφυλάξεις, να διατυπωθεί το συμπέρασμα ότι ο όρος δυνατοί είναι ένας νομικός όρος, ενώ ο όρος δυνάσται ένας κοινωνικός όρος.
Τον 10ο αι., σε μία σειρά Νεαρών που αφορούν την απαλλοτρίωση γης, οι δυνατοί επανέρχονται στη νομοθεσία. Το 934 ο Ρωμανός Α΄ όρισε ακριβώς ποιοι ήταν οι δυνατοί, προφανώς για να μην υπάρχει περιθώριο αμφιβολίας για την εκδίκαση μιας δίκης. Η καινοτομία της ρύθμισης του 934 είναι ότι συνδέει τους δυνατούς με την άσκηση πραγματικής εξουσίας: αυτοί που κατέχουν επίσημη εξουσία, δηλαδή οι άρχοντες, είναι ικανοί να την εκμεταλλευτούν για να αυξήσουν την περιουσία τους. Στο πλαίσιο αυτό ο πλούτος δεν έχει καμία θέση· αντίθετα, κύριο χαρακτηριστικό αυτής της αντιπαράθεσης του 10ου αι. είναι ότι το κράτος δεν αναγνωρίζει στον πλούτο και στους πλουσίους την κύρια απειλή, αλλά στην εξουσία. Ως δυνατοί λοιπόν στη Νεαρά του 934 ορίζονται όλοι οι ανώτεροι πολιτικοί, στρατιωτικοί και εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι, ενεργοί και μη ενεργοί, ακόμα και αν έχουν θητεύσει για μόνο μία θητεία, και οι τιτλούχοι. Στους δυνατούς περιλαμβάνεται επίσης ο ανώτερος κλήρος, οι ηγούμενοι μοναστηριών αλλά και οι διαχειριστές της βασιλικής, κρατικής, ή μοναστηριακής και εκκλησιαστικής περιουσίας. Δυνατοί είναι και οι «οἰκεῖοι» όλων αυτών, δηλαδή τα κοντινά τους πρόσωπα, συγγενείς και φίλοι, επειδή αυτοί χρησιμοποιούνται για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων και παρέχουν στήριξη και μεσολάβηση όποτε χρειάζεται. Αργότερα κατά τον 10ο και 11ο αι. προστέθηκαν οι στρατιώτες του τακτικού επαγγελματικού στρατού και οι πρωτοκένταρχοι, αξιωματικοί των θεμάτων.
Με τη νομοθεσία του 10ου αι. οι δυνατοί έπαψαν να είναι μία ασαφώς καθορισμένη ομάδα και απέκτησαν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία τους τοποθετούν σε άμεση εξάρτηση από τα αξιώματα και τους τίτλους που απονέμονταν από την κεντρική εξουσία –από την ίδια δηλαδή εξουσία που προσπαθούσε να ελέγξει την επέκτασή τους εις βάρος των πενήτων. Στις πηγές του 10ου αι. ο όρος εμφανίζεται πια συστηματικά για να δηλώσει όλους αυτούς που εντάσσονται στην κατηγορία των δυνατών, αλλά δεν πρόκειται για μία ομάδα με κοινωνική και οικονομική ομοιογένεια και συνοχή –δεν αποτελεί, με άλλα λόγια, μία «κοινωνική τάξη»: η ευρύτητα του ορισμού αντιστοιχεί σε πραγματικό κοινωνικό εύρος, εφόσον οι ανώτεροι αξιωματούχοι (στρατηγοί, δομέστικοι, λογοθέτες, τιτλούχοι όπως οι μάγιστροι και οι πρόεδροι) κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά υπερείχαν των απλών στρατιωτών των Σχολών και των πρωτοκεντάρχων. Οι Νεαρές, παρόλα αυτά, δεν αφορούν τόσο τις μακροδομές τις βυζαντινής κοινωνίας, δεν εντοπίζουν δηλαδή το πρόβλημα στο σύνολο της βυζαντινής κοινωνίας ή στα ανώτερα στρώματα που περιστρέφονταν γύρω από την βασιλική αυλή· αφορούν κυρίως τις μικροδομές, συγκεκριμένα τη μικροδομή της κοινότητας χωρίου, όπου εντοπίστηκαν ανισότητες, συμπεριφορές και δράσεις που προσομοιάζουν σε αυτές των δυνατών, που μπορεί να προέρχονταν από δυνατούς, μπορεί όμως και να προέρχονταν είτε από έναν απλό στρατιώτη, ή από έναν σχολάριο.

Πηγές:
CIC III, αρ. αρ. 29, 221.38-222.1, 30, 228.9-15, 230.30-32· Svoronos, Novelles, αρ. 2.Ι.77-88, 3.50-74, 190-196, 14.Ι.3-4, 58-60, ΙΙ.65-70.
Βιβλιογραφία:

Reasoner, The strong and the weak, 45-63· Schlumberger, Potentes, 90-104· Lemerle, Agrarian history, 93-96, 98-108· Kaplan, Les hommes et la terre, 359-363, 365-367· Ostrogorsky, Aristocracy, 6-7· Ostrogorsky, Ιστορία τ. Β΄, 150-154, 166-167, 188-190· Ostrogorsky, Steuergemeinde, 13-15· Χριστοφιλοπούλου, Πολίτευμα, 167, 314-315, 318-327· Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία τ. Β2, 155-157, 383-390· Χριστοφιλοπούλου, Σύγκλητος, 125· Kazhdan, Aristocrazia, 64, 67-69, 141-144· Dagron, Γέννηση, 218· Haldon, Social élites, 183-184· Frankopan, Land and power, 112- 116, 118-119, 126, 127· Cheynet, Pouvoir, 249-259· Angold, Archons and dynasts, 236-238· Morris, The powerful and the poor, 3-27· Saradi, ‘Dynasteia’ and ‘prostasia’, 69-117· Patlagean, Ελληνικός μεσαίωνας, 254-255, 271-272, 273· Σβορώνος, Βυζαντινή επαρχία, 48-49, 69-71.