Αυτοκρατορική ιεραρχία της μέσης βυζαντινής περιόδου

Χρονολογία: 8ος-10ος αι.

Τα τέσσερα τακτικά πρωτοκαθεδρίας της μέσης βυζαντινής περιόδου διαφωτίζουν την δομή και την ιεραρχία της διοίκησης, πολιτικής και στρατιωτικής, της αυτοκρατορίας από τα τέλη του 8ου αι. ως τα τέλη του 10ου αι. Το ιεραρχικό σύστημα όπως αναπτύχθηκε στη μεσοβυζαντινή εποχή διαχώρισε τους τίτλους από τα αξιώματα. Η βασική διαφορά ήταν ότι τα αξιώματα (ἀξίαι διὰ λόγου) ήταν ανακλητά, σε αντίθεση με τους τίτλους (ἀξίαι διὰ βραβείου). Οι τίτλοι διαχωρίζονταν σε συγκλητικούς και προελευσιμαίους, και ενώ οι προελευσιμαίοι αποδίδονταν τρόπον τινά στην προσωπική «ακολουθία» του αυτοκράτορα και συνεπάγονταν συνήθως, αλλά όχι πάντα, κάποια καθήκοντα στην αυλή, δεν είναι γνωστό τι συνεπαγόταν η απονομή ενός συγκλητικού τίτλου, εκτός από την προφανή σύνδεση με, ή προέλευση από, την σύγκλητο. Οι τίτλοι απονέμονταν σε επίσημη τελετή (ἔργῳ λαμβανόμεναι) με την παράδοση ενός «συμβόλου» (βραβείου) της ιεραρχικής βαθμίδας. Τα αξιώματα συνεπάγονταν την άσκηση πραγματικής εξουσίας και προστίθεντο στους τίτλους, όπως σημείωσε ξεκάθαρα ο Φιλόθεος (899), και διαχωρίζονταν σε επτά ιεραρχημένες κατηγορίες. Τα κατώτερα αξιώματα επίσης χωρίζονταν σε τρεις γενικές ομάδες.
Τα τακτικά πρωτοκαθεδρίας αντικατοπτρίζουν λοιπόν την ιδανικότερη ιεραρχική κατάσταση που τηρούνταν στα ανάκτορα και «τακτοποιούν» τους αξιωματούχους σύμφωνα με τους ιδανικούς τίτλους που έπρεπε να φέρουν. Η ιεράρχηση ωστόσο, όπως και στην πρωτοβυζαντινή εποχή, γινόταν με διττό τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη τον τίτλο και το αξίωμα. Στο πρώτο Τακτικό πρωτοκαθεδρίας της μεσοβυζαντινής εποχής που χρονολογείται το αργότερο στο 843 αλλά εμπεριέχει την «τάξιν» του 8ου αι., είναι φανερή η ιεραρχική υπεροχή των πατρικίων στρατιωτικών έναντι των πατρικίων πολιτικών αξιωματούχων. Μεταξύ αυτών και της βασιλικής οικογένειας, ωστόσο, κατατάσσονται οι ευνούχοι του παλατίου με τον τίτλο του πατρικίου. Το Τακτικόν του Φιλοθέου δίνει συγκεκριμένους τίτλους σε συγκεκριμένα αξιώματα, αλλά μία σύγκριση με τις σφραγίδες των αξιωματούχων καθιστά σαφές ότι στην πράξη το σύστημα διεπόταν από μεγαλύτερη ευελιξία. Το Τακτικόν περιέχει επίσης αναλυτικές σημειώσεις για τα αξιώματα «διὰ λόγου» στα οποία διορίζονται αποκλειστικά ευνούχοι, ενώ διευκρινίζεται ότι μπορούσαν να αναλάβουν οποιοδήποτε αξίωμα «βαρβάτου», εκτός από εκείνα του επάρχου πόλεως, του κοιαίστορα και του δομεστίκου των Σχολών, και ότι κατατάσσονται μεταξύ των ευνούχων πατρικίων, δηλαδή σε διακεκριμένη θέση έναντι των υπολοίπων αξιωματούχων. Τέλος αξίζει να σημειωθεί ότι ήδη από τα μέσα του 8ου αι. και εξαιτίας των γεγονότων (απώλεια των δυτικών επαρχιών/συρρίκνωση της βυζαντινής κυριαρχίας στην Ιταλία, επανάσταση του Αρτάβασδου, αναδιοργάνωση των ανακτορικών φρουρών), επήλθαν σημαντικές αλλαγές στην ίδια την ιεραρχία των στρατιωτικών, οι οποίες αντικατοπτρίζουν την γενικότερη υπεροχή των ανατολικών επαρχιών της Μικράς Ασίας έναντι των Βαλκανικών επαρχιών σε επίπεδο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό/στρατιωτικό που παρατηρείται στη μέση βυζαντινή εποχή.
Το ευέλικτο αυτό σύστημα διάρθρωνε την κρατική μηχανή γύρω από την βασιλική αυλή, στην οποία τις ανώτερες θέσεις διατηρούσαν οι κοντινοί βασιλικοί συγγενείς και οι ευνούχοι αξιωματούχοι. Πολύ κοντά στο κέντρο της εξουσίας βρίσκονταν επίσης οι μάγιστροι, τίτλος που τον 10ο αι. έφεραν μεγάλοι στρατηγοί όπως ο μετέπειτα αυτοκράτορας Νικηφόρος Β΄ Φωκάς. Η κυριαρχία στον στρατιωτικό τομέα συγκεκριμένων οικογενειών (γνωστότερο είναι το παράδειγμα των Φωκάδων) οδήγησε τους ερευνητές να συζητούν για κληρονομικά δικαιώματα στα ανώτατα αξιώματα και τους τίτλους. Κληρονομικότητα ωστόσο νοείται μόνο στο πλαίσιο της απονομής των τίτλων και του διορισμού στα αξιώματα από τον ίδιο τον αυτοκράτορα, και όχι λόγω γέννησης σε μία οικογένεια, όπως συνέβαινε στην πρωτοβυζαντινή εποχή με τους γόνους των ιλλουστρίων. Έτσι, ενώ πιστοποιείται η επιρροή και ο εκφοβισμός που μπορούσαν να ασκήσουν οι στρατηγοί στην αυλή, εξίσου πιστοποιείται ότι οι αυτοκράτορες βασίστηκαν ιδιαιτέρως σε ευνούχους και σε κοντινούς συγγενείς, είτε των ιδίων είτε της συζύγου, για να ελέγξουν την δύναμη των ισχυρών στρατιωτικών οικογενειών. Γνωστότερα παραδείγματα αποτελούν ο καίσαρας Βάρδας, θείος του Μιχαήλ Γ΄ (9ος αι.), ο παρακοιμώμενος Βασίλειος Λακαπηνός (10ος αι.) και ο Ιωάννης ο Ορφανοτρόφος (11ος αι.). Το τελευταίο Τακτικόν που χρονολογείται μεταξύ 971 και 975 περιέχει ιδιαιτέρως ανεπτυγμένη την ανώτερη «τάξη» των ευνούχων, με πρώτο τον τίτλο του «προέδρου», που δημιουργήθηκε ειδικά για να φέρει τον παρακοιμώμενο Βασίλειο Λακαπηνό πρώτο στην αυτοκρατορική ιεραρχία. Τέλος, το Τακτικό αυτό περιλαμβάνει μία σειρά μικρών «στρατηγών» νέων θεμάτων, που δημιουργήθηκαν στα σύνορα της αυτοκρατορίας, ανατολικά και βόρεια. Η αλλαγή αυτή αφορά στην ενσωμάτωση στην αυτοκρατορία περιοχών που για περισσότερο από τρεις αιώνες διέφευγαν της βυζαντινής εξουσίας και σήμαινε ότι το Βυζαντινό κράτος επέκτεινε την απονομή των προνομίων της υπηρεσίας ώστε να συμπεριλάβει τους πληθυσμούς των νέων επαρχιών, με σκοπό να τους ενσωματώσει και να τους ελέγξει.
Από τα Τακτικά λοιπόν, και ιδιαιτέρως από το Τακτικόν του Φιλοθέου, προκύπτει ότι σύμφωνα με την αντίληψη και την αντιμετώπιση του κράτους, όλοι, ανώτεροι, κατώτεροι αξιωματούχοι, υπάλληλοι του στρατού, των λογοθεσίων ή της αυλής, συμπεριλαμβάνονται στην ιεραρχία. Αυτό σημαίνει ότι δυνητικά όλοι όσοι μισθοδοτούνταν από το Βυζαντινό κράτος, ή εισέπρατταν δικαιώματα έναντι παροχής πολιτικής ή στρατιωτικής υπηρεσίας, ανήκαν στο αυλικό ιεραρχικό σύστημα και είχαν μία ιεραρχημένη θέση σε αυτό, γίνονταν δεκτοί στα ανάκτορα και λάμβαναν μέρος σε τελετές και δείπνα, και ήταν κατά περίπτωση αποδέκτες των βασιλικών παροχών και δώρων σε είδος (κυρίως ρουχισμός, αλλά και χρήματα ή άλλα αντικείμενα που σποραδικά αναφέρονται στα κείμενα). Ωστόσο, δεδομένου ότι πολλοί από αυτούς ήταν κατώτεροι αξιωματικοί των θεμάτων, ζούσαν και δρούσαν στις επαρχίες χωρίς ποτέ να έχουν λάβει τιμητικό τίτλο (λιτοὶ ή παγανοί), αλλά και με το δεδομένο ότι πολλοί τιτλούχοι χωρίς αξίωμα τον 10ο αι. παρέμεναν εκτός αυλής (οι λεγόμενοι «ἐξωτικοί», ένα καλό παράδειγμα αποτελούν οι πρωτοσπαθάριοι που ζούσαν στην Πελοπόννησο τον 10ο αι.), η ιδανική σύλληψη του Τακτικού του Φιλοθέου πιθανώς δεν έγινε ποτέ πραγματικότητα. Δυνητικά επίσης όλοι οι υπάλληλοι μπορούσαν να λάβουν έναν τίτλο και να αναβαθμιστούν στην ιεραρχία, αλλά οι περισσότεροι υπάλληλοι δεν έφεραν ποτέ τίτλο. Είναι λοιπόν σαφές ότι όσες κατηγορίες αξιωματούχων και υπηρετών περιλαμβάνονται στα Τακτικά δεν ανήκουν εξ ορισμού και χωρίς συζήτηση ούτε στην αριστοκρατία ειδικότερα, ούτε στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα γενικότερα, μολονότι στις τοπικές κοινωνίες συμπεριλαμβάνονταν στους επιφανέστερους. Πιθανώς τα ανώτερα αξιώματα, πολιτικά και στρατιωτικά, είναι αυτά που η νομοθεσία αποκαλεί «μείζων ἀξία», και τα κατώτερα «ἤττων ἀξία ἤτοι στρατεία», χωρίς να είμαστε σε θέση να θέσουμε με ασφάλεια τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο κατηγοριών σε συγκεκριμένα αξιώματα, και λαμβάνοντας υπόψη ότι η συνηθέστερη «στρατεία» ήταν αυτή της στράτευσης, η οποία δεν ήταν αξίωμα. Οι ανώτεροι αξιωματούχοι αποκαλούνται στις πηγές περιφανεῖς/περίβλεπτοι/λαμπροὶ ἐν άξιώμασι, ἐπιφανεῖς, ἔνδοξοι ή περίδοξοι, πρῶτοι/πρόκριτοι/προὔχοντες τῆς συγκλήτου κλπ, και αυτοί αποτελούν το ανώτερο στρώμα της βυζαντινής «αριστοκρατίας» στη μέση βυζαντινή εποχή.

Πηγές:
Oikonomidès, Listes, 47-63, 81-235, 243-253, 263-277.
Βιβλιογραφία:

Oikonomidès, Listes, 279-304· Bury, Administrative system, 18-23, 36-39, 120-121· Oikonomides, Title and income, 199-215· Oikonomides, Social structure, 115-125· Oikonomides, Role, 1008-1016· Yannopoulos, Société profane, 34-39· Magdalino, Court society, 224-227· Haldon, Social élites, 174-193· Kazhdan-McCormick, Byzantine court, 167-197· Oikonomidès, Frontière, 285-302· Cheynet, Aristocratie, 292-298· Χριστοφιλοπούλου, Σύγκλητος, 38-46, 67-68· Winkelmann, Quellenstudien, 98-120· Winkelmann, Ämterstruktur, 26-61· Guilland, Recherches τ. 1, 65-66, 73-80, 130-132, 153-161· Nichanian, Distinction, 585-635.