Η ιεραρχία των Κομνηνών

Χρονολογία: 1081-1204

Τον Απρίλιο του 1081 ο Αλέξιος Κομνηνός ανέβηκε στο θρόνο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας μετά από μία συνωμοσία κατά του αυτοκράτορα Νικηφόρου Γ΄ Βοτανειάτη και ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη εξεγέρσεις με επικεφαλής τον Νικηφόρο Βρυέννιο και τον Νικηφόρο Μελισσηνό. Παρέλαβε μία χώρα οικονομικά κατεστραμμένη και πολιτικά στα όρια της εξόντωσης. Καμία από τις επιλογές του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού δεν ακολούθησε τις παλαιές «συνταγές» που είχαν επιλέξει οι προκάτοχοί του στο αξίωμα. Δεν διένειμε περισσότερους τίτλους, δεν στηρίχθηκε στο «πολιτικόν», και προσπάθησε, αν και όχι με απόλυτη επιτυχία, να απομακρύνει τους συγγενείς της συζύγου του, Ειρήνης Δούκαινας. Η βασική του καινοτομία που αφορούσε τη διακυβέρνηση ήταν να εμπιστευθεί τους κοντινότερους εξ αίματος συγγενείς του, τη μητέρα του και τους αδελφούς του, το οποίο δημιούργησε την ανάγκη να τους εντάξει στο ιεραρχικό σύστημα σε θέσεις ανώτερες από αυτές των ανθρώπων της αυλής, της συγκλήτου, αλλά και από αυτές που κατείχαν οι συγγενείς της συζύγου του, όπως ο καίσαρας Ιωάννης Δούκας. Ο Αλέξιος Α΄ δημιούργησε λοιπόν ένα νέο σύστημα τίτλων με βασικό συστατικό τον ήδη υπάρχοντα τίτλο του «σεβαστού». Οι νέοι τίτλοι τέθηκαν αμέσως σε ανώτερη θέση από τους παλαιούς και οι νέοι τιτλούχοι, όλοι συγγενείς του αυτοκράτορα, τον περιστοίχισαν και ανέλαβαν τα ανώτατα αξιώματα. Βασική συνιστώσα της νέας τιτλοφορίας, η οποία έδινε και την ιεραρχική θέση των προσώπων, ήταν ο βαθμός συγγένειας με τον αυτοκράτορα. Μεταξύ των προσώπων με τον ίδιο τίτλο, μετρούσε η σειρά γέννησης. Μετά τους βασιλείς (βασιλεύς, διάδοχος και σύζυγοι), η επόμενη τάξη σχηματιζόταν από τους όμαιμους του βασιλέως, τους εκ πατρός θείους, αδελφούς και τους γιούς, με τον τίτλο του «σεβαστοκράτορος». Ακολουθούσαν οι εξ αγχιστείας συγγενείς του αυτοκράτορα, δηλαδή οι σύζυγοι των θείων, των αδελφών, των θυγατέρων, με τους τίτλους του «καίσαρος», του «πανυπερσέβαστου», του «πρωτοσεβαστοϋπέρτατου» και «σεβαστοϋπέρτατου» κατά φθίνουσα σειρά γέννησης. Οι γόνοι όλων αυτών (εξάδελφοι, ανεψιοί, δηλαδή ακόμα και τα παιδιά των σεβαστοκρατόρων) βρίσκονταν σε χαμηλότερη θέση με τον τίτλο του (πανσέβαστου) σεβαστού. Μεταξύ τους ο πρώτος κατά γέννηση έπαιρνε τον τίτλο του «πρωτοσεβαστού» και η ιεραρχική θέση των υπολοίπων καθοριζόταν από τη γέννησή τους είτε από τους άρρενες γόνους της οικογένειας (τους σεβαστοκράτορες) είτε από τα θήλεια μέλη, αδελφές και θυγατέρες του βασιλέως. Η διευθέτηση αυτή εξηγεί για ποιο λόγο η τάξη των «σεβαστών» ήταν μία εξαιρετικά πολυάριθμη τάξη ήδη στα μέσα του 12ου αι., εφόσον και τα παιδιά των σεβαστών έφεραν τον τίτλο του σεβαστού.
Ουσιαστικά το νέο σύστημα της αυλικής ιεραρχίας βασιζόταν στην αρρενογονία, εφόσον οι άρρενες απόγονοι είχαν ανώτερη θέση, όσο κι αν τα θήλεια μέλη της οικογένειας διατήρησαν για πρώτη φορά μία εξέχουσα θέση (οι κόρες του βασιλέως αποκαλούνται πορφυρογέννητες, όπως και οι γιοί του). Κατά τη βασιλεία του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού υπήρχαν ακόμα οι παλαιότεροι τίτλοι. Κάτω λοιπόν από την ανώτερη τάξη των σεβαστών ταξινομήθηκαν οι νοβελίσσιμοι με τις διαβαθμίσεις τους, οι κουροπαλάται και οι πρόεδροι, τίτλοι που εξαφανίστηκαν νωρίς. Η ιεραρχία δεν υπήρξε τόσο απόλυτη στην αρχή, όσο διαπιστώνεται στα μέσα του 12ου αι., και αυτό οφειλόταν αφενός στην πρόσφατη δημιουργία της, αφετέρου στις ιδιαίτερες συνθήκες ανόδου του Αλεξίου Α΄ στο θρόνο. Έτσι, μόνο ο πρεσβύτερος αδελφός του Αλεξίου Α΄, Ισαάκιος, έλαβε τον τίτλο του σεβαστοκράτορος και τοποθετήθηκε εξ αρχής σε ανώτερη ιεραρχική θέση του καίσαρα, ενώ οι δύο νεότεροι αδελφοί έλαβαν τους τίτλους του πρωτοσεβαστού και σεβαστού, και ο Νικηφόρος Μελισσηνός, που συμβιβάστηκε με τον Αλέξιο και νυμφεύθηκε την αδελφή του, Ευδοκία, έλαβε «ἐπὶ συμβάσει» τον τίτλο του καίσαρα και ήλθε πρώτος ιεραρχικά πριν τον σύζυγο της πρεσβύτερης αδελφής του Αλεξίου Α΄, Μιχαήλ Ταρωνίτη, στον οποίο απονεμήθηκε ο τίτλος του πανυπερσέβαστου. Από την πλευρά των Δουκών, εξ αγχιστείας συγγενών του Αλεξίου Α΄, ο Ιωάννης Δούκας, αδελφός της βασίλισσας Ειρήνης, και ο Γεώργιος Παλαιολόγος, γαμπρός της (: σύγγαμβρος του Αλεξίου), έλαβαν τον τίτλο του σεβαστού. Έτσι, οι συγγενείς της βασιλικής συζύγου έρχονταν σε θέση χαμηλότερη από τη θέση των συγγενών του ίδιου του αυτοκράτορα, επινόηση του Αλεξίου Α΄ που συμβαδίζει με την απροθυμία του να δώσει στους Δούκες την θέση που διεκδικούσαν. Το γεγονός ότι η ιεραρχία των τίτλων ισχύει ανεξαιρέτως αξιώματος και ορίζει την πρωτοκαθεδρία (π.χ. ένας μεγάλος δομέστικος μπορούσε να φέρει τον κοινό τίτλο του σεβαστού) υποστηρίζει αυτή την ερμηνεία. Ωστόσο, τα υψηλότερα στρατιωτικά και πολιτικά αξιώματα της αυτοκρατορίας κατά τον 12ο αι. δίνονταν ούτως ή άλλως σε στενούς συγγενείς (αδελφούς ή ανεψιούς), έτσι ώστε ουσιαστικά δεν υπήρχε ιεραρχική αναντιστοιχία.
Οι εξαιρετικές συνθήκες που αντιμετώπισε ο Αλέξιος Α΄ από το 1081 ως περίπου το 1100 εξυπηρετήθηκαν θαυμάσια με τη νέα ιεραρχία, η οποία έθεσε σε θεσμικό πλαίσιο την οικογενειακή υποστήριξη. Μακροπρόθεσμα η ιεραρχία των Κομνηνών θεμελίωσε την κοινωνική υπεροχή των βασιλικών εξ αίματος συγγενών. Οι σεβαστοί στις πηγές διαχωρίζονται συνήθως με μία σημείωση που δείχνει το βαθμό συγγένειας με τον αυτοκράτορα (υἱὸς, ἀνεψιὸς/ἐξάδελφος, γαμβρός), αλλά η αριστοκρατία που στελεχώνει την γραφειοκρατική μηχανή στις κεντρικές υπηρεσίες και στις επαρχίες αποτέλεσε μία αριστοκρατία δεύτερης τάξεως, οι εκπρόσωποι της οποίας έφεραν τους τίτλους του μεγαλοδοξότατου ή του μεγαλεπιφανέστατου, ή και δεν έφεραν καθόλου τίτλο. Το νέο σύστημα δεν είχε «χώρο» για όλους εκείνους που ως το 1081 είχαν αναδειχθεί σε αξιώματα χωρίς να διαθέτουν το κριτήριο της γέννησης σε μια «αριστοκρατική» οικογένεια («οἱ λοιποὶ τῶν εὖ γεγονότων», όπως εύστοχα τους χαρακτήρισε ο Ιωάννης Ζωναράς). Η παράμετρος αυτή της πολιτικής του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού εκδηλώθηκε αμέσως λόγω της οικονομικής στενότητας του κράτους, και ο αυτοκράτωρ προέβη σε κατάργηση των ετησίων συντάξεων που συνόδευαν τους τίτλους που είχε διανείμει ο προκάτοχός του, Νικηφόρος Γ΄ Βοτανειάτης, και σε κατασχέσεις περιουσιών, ιδιαιτέρως «τῶν συγκλητικῶν». Έτσι, το παλαιό σύστημα έμελλε απλώς να εξαφανιστεί με τον καιρό, και άνθρωποι όπως ο Μιχαήλ Ψελλός δεν θα έβρισκαν το δρόμο τους προς τις ανώτατες ιεραρχικές θέσεις στη νέα εποχή, ούτε θα αποκτούσαν τόση δύναμη όση είχαν πριν το 1081. Η παράμετρος αυτή επισημάνθηκε αμέσως από τους συγχρόνους του Αλεξίου Α΄, μάλιστα ο Ιωάννης Ζωναράς κατηγορεί τον Αλέξιο Α΄ ότι κυβερνούσε τη χώρα σαν να διοικούσε το σπίτι του.
Αν και η νέα αριστοκρατία μπορεί να χαρακτηριστεί σχηματικά ως αριστοκρατία «του αίματος», το στοιχείο της ανανέωσης δεν έλειπε, καθώς κάθε νέα γενιά απομακρυνόταν περισσότερο από το κέντρο της εξουσίας, παραχωρώντας τη θέση της στους νέους βασιλικούς απογόνους. Έτσι, αν και το σύστημα ιεράρχησε τους πολυάριθμους βασιλικούς συγγενείς, δεν οδήγησε στην δημιουργία μίας απόλυτα κλειστής αριστοκρατίας, αλλά μιας αριστοκρατίας που πλέον καθορίζεται με περισσότερο συγκεκριμένο τρόπο κατά την συγγένεια με το αυτοκρατορικό «αἷμα», που παγιώνει δηλαδή τη θέση της ανάλογα με την συγγένειά της με το αυτοκρατορικό γένος, λόγος για τον οποίο η είσοδος σε αυτή δεν ήταν πλέον ούτε το ίδιο εύκολη, ούτε το ίδιο αποδεκτή -χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η είσοδος του πρώτου Αγγέλου, Κωνσταντίνου, στην οικογένεια του Αλεξίου Α΄, ο οποίος σημειώνεται διαρκώς για την έλλειψη ανώτερης καταγωγής. Ένα πολύπλοκο δίκτυο επιγαμιών χρησίμευσε ως δεξαμενή για την στελέχωση της γραφειοκρατικής μηχανής τον 12ο αι. Η νέα Κομνήνεια αριστοκρατία ωστόσο είναι μία αριστοκρατία η οποία έχει πλήρη συνείδηση της ευγένειάς της βάσει καταγωγής, είναι περισσότερο συμπαγής από την αριστοκρατία του 10ου-11ου αι., διαπίστωση που ισχύει ανεξαιρέτως των φατριών και των διαμαχών που ξέσπασαν ιδιαίτερα μετά το 1180, επειδή ακριβώς συνδέεται με το «αἷμα» και επειδή μέσω αυτού είχε μερίδιο στην εξουσία και καρπωνόταν τον πλούτο της χώρας. Παράλληλα, το νέο σύστημα ευνόησε ένα νέο φαινόμενο που γίνεται εμφανές από τα τέλη του 12ου αι. και κυρίως τον 13ο αι. και εξής, την χρήση πολλών επιθέτων από τους γόνους της αριστοκρατίας, εκ των οποίων η προσθήκη ενός αυτοκρατορικού επιθέτου –συνήθως των Κομνηνών, αλλά και των Δουκών, αργότερα και των Παλαιολόγων-, αποτελούσε αδιαμφισβήτητη απόδειξη της ευγένειάς τους. Το πιο αξιοσημείωτο παράδειγμα αποτελεί αυτό του Μιχαήλ Παλαιολόγου, που πριν την άνοδό του στο θρόνο το 1259 ήταν γνωστός ως «Κομνηνός Παλαιολόγος», αλλά μετά το 1259 ανέλαβε και τα τέσσερα επίθετα της γενιάς του ως «Δούκας Άγγελος Κομνηνός ο Παλαιολόγος», στηρίζοντας την διεκδίκηση του θρόνου στα τρία βασιλικά γένη της καταγωγής του.
Αν και η αριστοκρατία των Κομνηνών επισημαίνεται συχνά στις πηγές ως «βαθύπλουτη», καθώς εκμεταλλεύτηκε τις δυνατότητες των προνομιακών παραχωρήσεων που ήταν συνήθεις τον 11ο και 12ο αι. (χαριστική δωρεά, πρόνοια), ο πλούτος των μελών της εξαρτάται στην πραγματικότητα από την εύνοια του αυτοκράτορα. Η αριστοκρατία αυτή επικεντρώνεται στην Κωνσταντινούπολη και έχει ελάχιστες σχέσεις με τις επαρχίες και τα κτήματα, από όπου αντλεί τα εισοδήματά της. Αυτή η παράμετρος αποτέλεσε βασικό μειονέκτημα του συστήματος, καθώς βάθυνε την αντίθεση της πρωτεύουσας με τις επαρχίες, ενώ αντίστροφα η εξάλειψή της τον 13ο αι. αποτέλεσε μία από τις αιτίες της επιτυχίας του κράτους της Νίκαιας. Προς τα τέλη του 12ου αι. ο αυτοκράτορας Αλέξιος Γ΄ Άγγελος επέτρεψε την πώληση των αξιωμάτων· τα κέρδη όμως φαίνεται πως δεν κατέληγαν στο κρατικό ταμείο, αλλά στους «προσήκοντες» του βασιλέως που έλεγχαν τις προαγωγές και τις «μεταθέσεις τῶν ἀρχόντων». Δεν προκύπτει ωστόσο ότι η πρακτική αυτή −στην ουσία η επιπλέον εκχώρηση σε ιδιώτες δικαιώματος του δημοσίου− είχε ιδιαίτερα ευρύ κοινωνικό αντίκτυπο. Παρά το γεγονός ότι στην εποχή που ακολουθεί το 1204 μία πλειάδα αξιωματούχων του κράτους της Νίκαιας χωρίς προφανή σύνδεση είτε με τη δυναστεία των Αγγέλων είτε με τη δυναστεία των Λασκάρεων έφερε τον τίτλο του σεβαστού, η απονομή των τίτλων δεν ήταν τόσο ευρεία ώστε να δημιουργηθεί μία «νέα αριστοκρατία» όπως συνέβη τον 11ο αι.

Πηγές:
Ζωναρά Επιτομή ιστοριών 3, 731.6-733.3, 740.1-2, 766.4-767.11· Gautier, Synode, 216-218, 220· Αλεξιάς, 95.59-96.2· Χωνιάτη Χρονική διήγησις, 95.24-28, 483.45-57.
Βιβλιογραφία:

Stiernon, Sébaste, 222-243· Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία τ. Γ΄, 245-252· Χριστοφιλοπούλου, Πολίτευμα, 367-374· Magdalino, Αυτοκρατορία, 298-317· Magdalino, Court society, 226-227· Cheynet, Pouvoir, 359-362· Oikonomides, Title and income, 210-215· Ostrogorsky, Aristocracy, 9-10· Ostrogorsky, Ιστορία τ. Γ΄, 32-34· Angold, Αυτοκρατορία, 212-214, 225-227, 235-239· Kazhdan-Ronchey, Aristocrazia, 100-102, 146-152, 231-238· Patlagean, Ελληνικός μεσαίωνας, 183-192, 316-322, 326-335· Neville, Authority, 31-38· Tinnefeld, Kaiserkritik, 160-163.