Το «πολιτικόν» και η διεύρυνση της συγκλητικής τάξης τον 11ο αι.

Χρονολογία: 11ος αι.

Η ιεραρχία του 11ου αι., εξαιρετικά σημαντική επειδή προετοιμάζει τις αλλαγές που επήλθαν στο ιεραρχικό σύστημα επί Κομνηνών, δεν είναι καλά γνωστή επειδή δεν υπάρχει πηγή αντίστοιχη με τα Τακτικά πρωτοκαθεδρίας. Το κύριο υλικό λοιπόν το παρέχουν οι σφραγίδες και οι αφηγηματικές πηγές της περιόδου. Η μακρόχρονη βασιλεία του Βασιλείου Β΄ (976-1025), ο αυστηρός και απολυταρχικός τρόπος διακυβέρνησης δεν επέτρεψαν στο διάστημα αυτό να αναπτυχθούν φαινόμενα που είχαν παρατηρηθεί ως εκείνη την εποχή, δηλαδή η παντοδυναμία των ευνούχων, η επιβολή των στρατιωτικών και η πολιτική κυριαρχία της ανώτερης αριστοκρατίας. Οι εν πολλοίς δραματικές εξελίξεις της εποχής που ακολουθεί, 1025-1081, έχουν ερμηνευθεί από τους ίδιους τους Βυζαντινούς ως αποτέλεσμα της αντιπαλότητας μεταξύ του λεγόμενου «πολιτικοῦ» και του «στρατιωτικοῦ» στοιχείου στην αυτοκρατορία. Η σύγχρονη έρευνα υποβαθμίζει αυτή την αντιπαλότητα επειδή έχει αποδειχθεί ότι δεν υπήρχαν αποκλειστικά πολιτικές οικογένειες, ούτε αποκλειστικά στρατιωτικές. Ωστόσο η εξήγηση της ιστορικής εξέλιξης μέσω της αντιπαλότητας αποτελεί κυρίαρχη ιστοριογραφική τάση στις ίδιες τις πηγές, κυρίως στον Μιχαήλ Ψελλό αλλά και στον Μιχαήλ Ατταλειάτη, τον Νικηφόρο Βρυέννιο, ίχνη της βρίσκονται ακόμα και στον μεταγενέστερο Ιωάννη Σκυλίτζη. Από την αφήγηση προκύπτει ότι όχι μόνο η κυβέρνηση στην Κωνσταντινούπολη έτρεφε βαθιά δυσπιστία για τους στρατιωτικούς, η οποία κληροδοτήθηκε ενισχυμένη στους διαδόχους του Βασιλείου Β΄ και στους επιγόνους της Μακεδονικής δυναστείας, αλλά και ότι οι στρατιωτικοί διεκδικούσαν μερίδιο στην εξουσία μεγαλύτερο από αυτό που τους αναγνωριζόταν.
Ουσιαστικά, ο διαχωρισμός μεταξύ του πολιτικού και του στρατιωτικού τομέα της αυτοκρατορίας δεν είναι νέος, αλλά έχει τις ρίζες του ήδη στην πρωτοβυζαντινή εποχή, όταν εξάλλου οι δύο τομείς του κράτους διακρίνονταν με σαφήνεια. Ο διαχωρισμός δεν αφορούσε τις οικογένειες των υπηρετών του κράτους, αλλά τη διοίκηση καθ’ αυτή. Τον 11ο αι. ωστόσο, οι αναφορές στα «πολιτικά» ή «στρατιωτικά» γένη πληθαίνουν στις πηγές. Οι όροι όμως δεν είναι μονοδιάστατοι· αντιθέτως, λαμβάνουν ηθικό και πολιτισμικό περιεχόμενο, το οποίο συνδέεται τόσο με την άσκηση εξουσίας στα μέσα του 11ου αι., όσο και με έναν ολόκληρο τρόπο ζωής που αποτελεί είτε αντικείμενο θαυμασμού, είτε στόχο σφοδρής κριτικής, ανάλογα με την οπτική γωνία. Εκ των δύο τομέων, το στρατιωτικόν ήταν πάντα περισσότερο ευάλωτο στην αυστηρή κριτική και στις επιθέσεις, εξαιτίας των γεγονότων αλλά και εξαιτίας του χαρακτήρα του, που συχνά ταυτίζεται με το αριστοκρατικό ιδεώδες. Το στρατιωτικόν και οι στρατιωτικοί, σύμφωνα με την ιστορική ανάλυση του 11ου αι., χάνουν έδαφος εξαιτίας της κυβερνητικής δυσπιστίας και εξαιτίας της κυριαρχίας του πολιτικού. Η κρίση αυτή των συγχρόνων, όσο διεισδυτική κι αν φαίνεται, είναι στην πραγματικότητα παραπλανητική: συνολικά, οι αλλαγές που επέρχονται τον 11ο αι. στη διοίκηση και κατ’ επέκταση στην κοινωνία σηματοδοτούν την μετατόπιση της ισχύος, της βάσης της πολιτικής και στρατιωτικής δύναμης, από τις επαρχίες στην πρωτεύουσα, από τους στρατηγούς στον ίδιο τον αυτοκράτορα και στο άμεσο περιβάλλον του. Επιπλέον, τα ίδια τα γεγονότα και μάλιστα το σημαντικότερο από αυτά, η άνοδος του «στρατιωτικού» Ισαακίου Α΄ Κομνηνού (1057) και η ακόλουθη παραίτησή του εντός δύο ετών προς όφελος του «πολιτικού» Κωνσταντίνου Ι΄ Δούκα καθιστούν την υποτιθέμενη έλλειψη συνεργασίας μεταξύ του λεγόμενου πολιτικού και του στρατιωτικού τομέα τουλάχιστον συζητήσιμη.
Τον 11ο αι. παρατηρήθηκε η αποκαλούμενη «διεύρυνση της συγκλήτου», ως εκ τούτου η διεύρυνση του «πολιτικού» μέσω της ευρείας απονομής τίτλων σε εκπροσώπους του επιχειρηματικού κόσμου της αυτοκρατορίας. Καθ’ αυτό δεν είναι ένα φαινόμενο πρωτόγνωρο –τουλάχιστον ο Νικηφόρος Α΄ είχε επιχειρήσει το ίδιο άνοιγμα. Τον 11ο αι. όμως η ευρεία απονομή τίτλων αποτέλεσε βασική πολιτική επιλογής μέχρι και τη βασιλεία του αυτοκράτορα Νικηφόρου Γ΄ Βοτανειάτη. Το φαινόμενο εξηγείται μόνο εν μέρει από την πολιτική αστάθεια της εποχής, που οδηγούσε τους αυτοκράτορες στην αναζήτηση υποστήριξης από τα αστικά στρώματα της Κωνσταντινούπολης. Οι πλούσιοι επιχειρηματίες αποτέλεσαν πηγή έτοιμου χρήματος για το κρατικό ταμείο. Η διεύρυνση της απονομής των τίτλων αποτέλεσε συνειδητή πολιτική η οποία είναι στενά συνδεδεμένη με την ενίσχυση του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος, οδήγησε λοιπόν στην σοβαρή υποβάθμιση των τίτλων αλλά και των αξιωμάτων που συνόδευαν, και στην αναβάθμιση των αξιωμάτων που συνδέονταν με την ανακτορική διακυβέρνηση, ιδιαιτέρως αυτών που είχαν σχέση με την βασιλική, πλέον κρατική, περιουσία. Έτσι αφενός ένας νέος αξιωματούχος με το αξίωμα του μεσάζοντος αποτελεί τον ενδιάμεσο κρίκο μεταξύ του αυτοκράτορα και των λειτουργών του κράτους, αφετέρου ο ρόλος του πρωτοβεστιαρίου, μέχρι πρότινος αξιώματος των ευνούχων, ενισχύεται και περνά σε άτομα της βασιλικής οικογένειας. Από την άποψη της τιτλοφορίας η διεύρυνση της απονομής ακόμα και υψηλών τίτλων, όπως του νοβελίσσιμου (που ανήκε κανονικά στην αυτοκρατορική οικογένεια) δημιουργεί μία σειρά τιτλούχων με το πρόθεμα πρωτο- (π.χ. πρωτονοβελίσσιμος, πρωτοπρόεδρος). Τίτλοι όπως του προέδρου, του βεστάρχη και του βέστη, που ανήκαν τον 10ο αι. −όχι όμως απαραιτήτως− σε ευνούχους, περνούν στην τιτλοφορία των στρατηγών των θεμάτων και των δουκών/κατεπάνω, μαζί με τον υποβαθμισμένο πια τίτλο του μαγίστρου. Η σημαντικότερη καινοτομία του 11ου αι. όμως ήταν η δημιουργία από τον Κωνσταντίνο Θ΄ Μονομάχο του τίτλου του σεβαστού (μετάφραση του βασιλικού τίτλου augustus), που εντάχθηκε από την αρχή στο βασιλικό περιβάλλον. Καθόλου τυχαία, ένας από τους φέροντες αυτή την υψηλή διάκριση υπήρξε ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός ακριβώς πριν την άνοδό του στο θρόνο. Καθ’ όλη την περίοδο 1025-1081 ωστόσο, οι σημαντικότεροι φορείς πολιτικής δύναμης υπήρξαν είτε ευνούχοι, είτε εκκλησιαστικοί, οι οποίοι φαίνεται ότι στην αφήγηση του Ψελλού συμπεριλαμβάνονται περιεκτικά στον όρο «τὸ εὐνούστατον»: ο Ιωάννης ο Ορφανοτρόφος, ο μεσάζων και πρωτοβεστιάριος Ιωάννης Ξιφιλίνος, ο πρωτοσύγκελλος Λέων Παρασπόνδυλος, ο «ὑπέρτιμος» Μιχαήλ Ψελλός, ο μεσάζων Νικηφορίτζης, ενώ δεν πρέπει να παραλειφθούν ο καίσαρας Ιωάννης Δούκας και ο γιος του, πρωτοπρόεδρος και πρωτοβεστιάριος Ανδρόνικος Δούκας, συγγενείς του Κωνσταντίνου Ι΄ Δούκα και του Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα.
Η επέκταση της απονομής των τίτλων οδήγησε λοιπόν στην δημιουργία μιας νέας αριστοκρατικής ομάδας στην Κωνσταντινούπολη, η οποία εξαγόρασε ακριβά την κοινωνική της αναβάθμιση, αλλά λάμβανε ετησίως τις προβλεπόμενες αμοιβές (ῥόγες) από το κρατικό ταμείο, γεγονός που έχει επισημανθεί ως μία από τις αιτίες της οικονομικής κρίσης του 11ου αι. Η νέα αριστοκρατία το πιθανότερο εντάχθηκε στους «ἐξωτικοὺς» τιτλούχους, διακρινόταν από τους παλαιούς και ανώτερους τιτλούχους τουλάχιστον λόγω της ενδυμασίας τους (λόγω σχήματος) όπου δεν υπήρχαν τα σημεία των συγκλητικών (ήταν «ἄσταυροι καὶ ἄβλαττοι») και φαίνεται ότι δεν αναμείχθηκε ποτέ με την παλαιά αριστοκρατία των μεγάλων και γνωστών γενών (αυτούς που ο Ψελλός περιγράφει ως «ἡ τάξις ἡ ἔκκριτος»). Ήδη ο αυτοκράτορας Ισαάκιος Α΄ Κομνηνός προσπάθησε να περικόψει τις αποζημιώσεις· ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός απαγόρευσε σε όσους είχαν τη συγκλητική ιδιότητα να κάνουν χρήση των δικαστικών προνομίων αν δεν εγκατέλειπαν τις εμπορικές δραστηριότητές τους. Η νέα ιεραρχία περιγράφεται ήδη από τον Μιχαήλ Ψελλό στη Χρονογραφία του με αφορμή τα γεγονότα του 1057: αναφέρονται τα «κάλλιστα γένη» και η «κρείττων τάξις», που περιέβαλλαν τον Ισαάκιο Α΄. Αλλά αυτός ο αυτοκράτορας κυβέρνησε σύμφωνα με το παλαιότερο σύστημα χωρίς να τολμήσει να δώσει προτεραιότητα στους συγγενείς του, γεγονός που έχει επισημανθεί ως μία από τις αιτίες που οδήγησε στην πρόωρη πτώση του το 1059. Ο Αλέξιος Α΄ στη συνέχεια, ο οποίος προχώρησε σε αυτή την μεταρρύθμιση, δεν ανανέωσε τους παλαιότερους συγκλητικούς τίτλους. Έτσι, η νέα αριστοκρατία που δημιουργήθηκε με την απονομή των τίτλων του 11ου αι. ήταν βραχύβια, και οι τίτλοι σταδιακά αφανίστηκαν μαζί με τους ίδιους τους τιτλούχους.

Πηγές:
Μιχαήλ Ψελλού Χρονογραφία 1, 40, 28.10-18, 248, 3.1-20, 276-278, 29.12-28· Μιχαήλ Ψελλού Χρονογραφία 2, 154, 1.6-16, 178, 1.1-13, 306, 15.1-9· J.Gr. 1, 645-646· Κεκαυμένου Στρατηγικόν, 54.1-2, 56.10, 62.12, 64.1, 130.1-2, 170.15-16.
Βιβλιογραφία:

Oikonomidès, Évolution, 125-129, 131-132, 150-151· Oikonomides, Title and income, 199-215· Ahrweiler, Société, 102-115· Beck, Ministerpräsident, 321-332· Lemerle, Byzance, 287-293· Stiernon, Sébaste, 226-227· Vryonis, Δημοκρατία, 289-314· Vryonis, Social basis, 157-175· Cheynet, Pouvoir, 191-198· Cheynet, Du stratege au duc, 181-194· Cheynet, Ducs d’Antioche, 206· Beck, Konstantinopel, 11-45· Χριστοφιλοπούλου, Σύγκλητος, 78-88· Svoronos, Société, 8-10· Oikonomides, Role, 1008-1016, 1019-1021· Krsmanović, Military aristocracy, 301-316· Kaegi, Controversy, 25-33· Angold, Αυτοκρατορία, 109-113, 122-142· Magdalino, Snobbery, 67-69· Ostrogorsky, Ιστορία τ. Β΄, 205-206, 210-211, 213-218, 225-226, 230-232, 236-238· Αντωνοπούλου, Ο όρος «ἀριστοκρατικοί», 67-71· Kazhdan-Ronchey, Aristocrazia, 130-131, 222-229· Guilland, Recherches τ. 1, 176-177, 180-188· Patlagean, Ελληνικός μεσαίωνας, 164-167, 302.