Βυζαντινές θεωρητικές προσεγγίσεις περί πολιτείας

Χρονολογία: 6ος αι.

«Ο αυτοκράτορας βρισκόταν επικεφαλής μιας κοινωνίας που θεωρητικά στηριζόταν στην ιδέα της τάξης». Η φράση αυτή του C. Mango συχνά παρεξηγείται. Η «τάξις» στο Βυζάντιο δεν αφορά κοινωνικές τάξεις, όπως τις γνωρίζουμε σήμερα, στην κορυφή των οποίων βρισκόταν ο αυτοκράτορας, αλλά την τάξη που διέπει ένα σώμα, το οποίο υπακούει σε μία εσωτερική ιεραρχία. Για τη διανόηση του 6ου αι., αλλά και αργότερα, η «πολιτεία», έννοια στενότερη από τη σύγχρονη έννοια της «κοινωνίας», αποτελείται από τέτοια συντεταγμένα σώματα, συνεπώς η «κοινωνία» η οποία στηριζόταν στην «ιδέα της τάξης» και στην οποία αναφέρεται ο Mango, δεν μπορεί παρά να αφορά μόνο τα σώματα αυτά, τα οποία διαπιστωμένα παρουσίαζαν μία τέτοια εσωτερική ιεραρχία. Η «τάξις» λοιπόν δεν είναι δυνατόν να διέπει ολόκληρη την κοινωνία, αλλά μόνο τα μέρη που συνδέονται με την συντεταγμένη πολιτεία, ως βασική αρχή η οποία διέπει την εύρυθμη λειτουργία της.
Οι Βυζαντινοί δεν αγαπούσαν τις πολιτικές θεωρίες. Περισσότερο έχει αναπτυχθεί σε ξεχωριστές πραγματείες και ιδιαιτέρως σε εγκώμια αλλά και στα λεγόμενα «κάτοπτρα ηγεμόνος» ο ρόλος του ιδανικού αυτοκράτορα, παρά οι απόψεις των Βυζαντινών για το σύνολο της συγκροτημένης πολιτείας ή κοινωνίας, για το σύνολο δηλαδή των σχέσεων που αναπτύσσονταν μεταξύ των ανθρώπων και για την θέση ατόμων και ομάδων μέσα σε αυτό το σύνολο. Οι θεωρίες που έχουν διασωθεί είναι έντονα επηρεασμένες από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Από τα δύο κείμενα που τις εμπεριέχουν, το Περὶ στρατηγίας και τον διάλογο Περί πολιτικῆς ἐπιστήμης, και τα δύο ανώνυμων συγγραφέων του 6ου αι., μόνο το δεύτερο ασχολείται εξολοκλήρου με την «πολιτεία». Σε αυτό το κείμενο ο συγγραφέας κάνει λόγο για «τάγματα» δηλαδή για συγκροτημένα σώματα και διαχωρίζει αδρομερώς το σύνολο των υπηκόων μεταξύ του «ἱερατικοῦ» τάγματος, των «ἀρίστων», των «στρατιωτικῶν» και των «ἀστικῶν» ταγμάτων αποδίδοντας στους άριστους το γνώρισμα των προσωπικών αρετών και της ανατροφής. Ο συγγραφέας όμως πίστευε ότι η ιδιαίτερη διάταξη των εξουσιών, που ο ίδιος ονόμασε «ταξιαρχία», πηγάζει από τις αρχές που ενυπάρχουν στη βασιλική εξουσία, και έτσι διατηρείται η «εὐεξία τε καὶ εὐστάθεια» και «τὸ συνεχὲς τῆς πολιτικῆς τάξεως». Οι άνθρωποι κατηγοριούνται κατά επαγγέλματα, ακόμα και οι «ἄεργοι καὶ ἄτεχνοι» (ανεπάγγελτοι) και οι «τοῦ σώματος μεταιτοῦντες» (ζητιάνοι) και υπάγονται γενικά στον έλεγχο και την εποπτεία των αρίστων. Η σύνθεση του κειμένου φανερώνει τις έντονες νεοπλατωνικές αλλά και ψευδο-Διονυσιακές επιρροές και προπαγανδίζει ένα κατεξοχήν αριστοκρατικό καθεστώς όπου η ένταξη στους αρίστους προϋποθέτει τις πλατωνικές και αριστοτελικές αρετές.
Το έργο Περὶ στρατηγίας, επίσης σώζεται χωρίς την αρχή του κειμένου. Ο συγγραφέας αποκαλεί «πολιτείας μέρη» τα σώματα του αστικού περιβάλλοντος, δηλαδή επαγγελματικές ομάδες, στις οποίες αποδίδει ευρύτερο ή ειδικότερο ρόλο. Αυτά ήταν: το «ἱερατικόν», το «νομικὸν» (οι δικαστές), το «συμβουλευτικὸν» (οι βουλευτές), το «χρηματικὸν» (αυτοί που ασχολούνται με τους φόρους), το «τεχνικὸν» (οι τεχνίτες/κατασκευαστές), το «ἐμπορικὸν», το «ὑλικὸν» (προμηθευτές πρώτων υλών κατά την ερμηνεία του εκδότη), το «ὑπηρετικὸν» και το «ἄχρηστον» (ηλικιωμένοι, παιδιά, ασθενείς κλπ), ενώ στο περιθώριο αναφέρεται και το «θεατρικόν». Στην τελευταία γραμμή της εισαγωγής του κειμένου μόνο, η οποία δεν σώζεται, αναφέρονταν σε άγνωστο πλαίσιο για μοναδική φορά οι «γεωργοί».
Αναγνωρίζεται εύκολα σε αυτό το σχήμα το προβάδισμα που παίρνει η εκκλησία έναντι των άλλων ομάδων, ενώ το κατεξοχήν πολιτικό σώμα, οι βουλευτές, έρχονται μόλις τρίτοι, μετά τους δικαστές. Η κατάταξη αυτή μπορεί να αντικατοπτρίζει μία πολιτική ιεράρχηση του 6ου αι.· στην Κωνσταντινούπολη και στις άλλες πόλεις οι ανώτατοι δικαστικοί αξιωματούχοι (έπαρχος πόλεως, κοιαίστωρ, έκδικοι των πόλεων) βρίσκονταν στην κορυφή της ιεραρχίας. Η ερμηνεία αυτή εξηγεί επίσης και για ποιο λόγο απουσιάζουν οι στρατιωτικοί, οι οποίοι δεν αποτελούσαν συστατικό στοιχείο της ζωής των πόλεων τον 6ο αι. και στην συγκλητική ιεραρχία απλώς ακολουθούσαν τους πολιτικούς αξιωματούχους. Από τις άλλες ομάδες αξίζει να σημειωθεί εδώ το «χρηματικὸν», που ως όρος είναι συλλεκτικός και περιλαμβάνει μία ευρεία ομάδα υπηρετών του δημοσίου που ασχολούνταν με την οικονομία (και όχι εμπόρους ή γενικότερα αυτούς που διεκπεραίωναν χρηματικές συναλλαγές), ενώ στο «ὑπηρετικόν», που μεταφράζεται απλώς ως «προμηθευτές» το περιεχόμενο είναι απαλλαγμένο από την προσωπική σχέση που διέπει τους «ὑπηρετουμένους» την ίδια αλλά και σε μεταγενέστερη εποχή. Η πρόταξη του «τεχνικού», δηλαδή των κατασκευαστών, προ του «εμπορικού», ίσως οφείλεται στην σημασία που αποδίδει ο συγγραφέας στην εκτέλεση έργων για την συντήρηση της «πόλεως», με εντολοδότες, αυτή την εποχή, κυρίως την Εκκλησία, και στην περίπτωση της Κωνσταντινούπολης, τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Ο Ιουστινιανός Α΄, εξάλλου, είναι γνωστός για τα κατασκευαστικά έργα που εκτέλεσε όχι μόνο στην Κωνσταντινούπολη, αλλά σε ολόκληρη την αυτοκρατορία.
Τέλος, το «ἄχρηστον» στο Περὶ στρατηγίας, ομάδα στην οποία ο ανώνυμος συγγραφέας κατατάσσει τους ασθενείς, τους γέροντες και τα παιδιά, και το θεατρικόν, που αναφέρεται εκτός του πλαισίου της πολιτείας, είναι ιδιαίτερες ομάδες. Είναι ενδιαφέρον ότι ο συγγραφέας χαρακτηρίζει γενικά τους ανθρώπους που εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία «ἀνεπιτηδείους πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν». Δεδομένου ότι οι επιτηδευματίες, όπως φαίνεται ξεκάθαρα στο ίδιο κείμενο αλλά και σε μεταγενέστερα κείμενα, ιδίως νομοθετικά, ανήκαν στις ευυπόληπτες πληθυσμιακές ομάδες, είναι δυνατόν να διατυπωθεί η ερμηνεία ότι η απώλεια ή η απουσία επιτηδεύματος κατέτασσε τους ανθρώπους στην χαμηλότερη κοινωνική θέση. Η τελευταία ομάδα, το «θεατρικόν», περιλάμβανε αρματηλάτες, μουσικούς, ηθοποιούς κλπ., οι οποίοι κατά την παραδοσιακή ρωμαϊκή αντίληψη ήταν ομάδες στιγματισμένες από την «infamia» (ατιμία) και κατά τον συγγραφέα είχαν κάποιο ρόλο στην πόλη μόνο σε επίσημες περιπτώσεις (επετείους, θριάμβους κλπ). Ο ανώνυμος συγγραφέας δεν διαχωρίζει μεταξύ πλουσίων, πτωχών ή πενήτων, ούτε μεταξύ ελευθέρων ή δούλων.

Πηγές:
Dennis, Three treatises, 10-18· De scientia politica dialogus, 19-66.
Βιβλιογραφία:

Dostalova, Soziale Spannungen, 33-48· Bell, Three political voices, 145-188· Dvornik, Political philosophy, 706-711· Mango, Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, 45· Pertusi, Pensiero politico, 6-9· Bury, Constitution, 99-125· Beck, Senat und Volk, 22-29, 32-35· Καραγιαννόπουλος, Ιστορία τ. Α΄, 39-63· Bell, Three political voices, 49-79· Drake, Topographies of power, 217-237· Hunger, Λογοτεχνία τ. Β΄, 91-94· ODB, 1629-1630· Cameron, Procopius, 248-252· Ahrweiler, Ιδεολογία, 148-168.