Βυζαντινοί κοινωνικοί διαχωρισμοί

Χρονολογία: 6ος-11ος αι.

Κατά την Χριστοφιλοπούλου η βυζαντινή κοινωνία παρουσίαζε την «συνήθη, τριμερή διάκριση των τάξεων». Η άποψη αυτή προέρχεται από σύγχρονες κοινωνιολογικές αντιλήψεις και δεν έχει σχέση με τον τρόπο που έβλεπαν οι ίδιοι οι Βυζαντινοί τους κοινωνικούς διαχωρισμούς. Ωστόσο ακόμα και ο τριμερής διαχωρισμός της «κοινωνίας» έχει τις ρίζες του στην ελληνική αρχαιότητα, πριν ακόμα την εποχή του Πλάτωνα, και στις φιλοσοφικές αναζητήσεις που ακολούθησαν την αρχαία ελληνική σκέψη. Το φιλοσοφικό σύστημα του Πλάτωνα θεμελίωνε τις ανισότητες της ανθρώπινης κοινωνίας πάνω στα φυσικά χαρακτηριστικά· η ιδανική, ιδεατή «πολιτεία» αποτελείται από τους άρχοντες, τους φύλακες και τους δημιουργούς. Η τριμερής θεώρηση ήταν εξαιρετικά αγαπητή στην φιλοσοφία και ιδιαιτέρως στην μυστικιστική θεολογία (π.χ. στον ψευδο-Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη), και μολονότι απαντά σε νεοπλατωνικές μελέτες, στο πολιτικό επίπεδο δεν ήταν διαδεδομένη στο Βυζάντιο. Ως «κοινωνικός» διαχωρισμός εμφανίζεται στους Βυζαντινούς πολύ αργά, ίσως ως αποτέλεσμα της αρχαιομάθειάς τους και οι αδρομερείς τριμερείς κατατάξεις δεν σήμαιναν τίποτα σε πραγματικό επίπεδο.
Οι Βυζαντινοί κληρονόμησαν τις γενικές και ειδικές κοινωνικές κατηγοριοποιήσεις της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ήδη όμως από τον 4ο αι. παρατηρείται η άμβλυνσή τους, εξέλιξη που σχετίζεται με την ισχυροποίηση του αυτοκράτορα και την συγκεντροποίηση του κράτους. Έτσι, συναντούμε, ιδίως σε νομικές πηγές (αρχές 5ου αι.), τον λεπτομερή διαχωρισμό των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων σε μικρότερες ομάδες ανά βαθμίδα (π.χ. ύπατοι, βικάριοι, κόμητες, honorati, συγκλητικοί, ιερείς και πρώτοι βουλευτές), αλλά οι διαχωρισμοί στα «κατώτερα» κοινωνικά στρώματα περιορίζονται στους κολωνούς (εξαρτημένους καλλιεργητές) και τους δούλους. Γενικά διαχωρίζονται οι ιδιώτες από τους αξιωματούχους, δηλαδή από αυτούς που υπηρετούν και υπάγονται στο καθεστώς της στρατείας (militia), διάκριση που θα κυριαρχήσει μέχρι τον 6ο αι., ενώ απαντά εξίσου γενικά και χωρίς διευκρινίσεις η διάκριση μεταξύ πλουσίων και πτωχών. Η θέση κάποιου ατόμου στο πολιτικό-κοινωνικό σύστημα (condicio) καθορίζει την θέση του στο δικαστήριο και εξεταζόταν ομοίως για όλους, πουθενά όμως η πενία δεν αποτελεί αιτία για συγκεκριμένη μεταχείριση, ενώ μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η θέση του ήταν τέτοια, ώστε να είναι επαρκής για την υπόθεση που κρινόταν, χωρίς να έχει ιδιαίτερη σημασία η οικονομική του κατάσταση. Στο πλαίσιο γενικών κανόνων σε ό,τι αφορά τη δικαστική διαδικασία ιδιαιτέρως υπήρχαν περιορισμοί για κάποιες κοινωνικές ομάδες τόσο στην δυνατότητα μαρτυρικής κατάθεσης, όσο και στην επάρκεια κατάθεσης αγωγής. Οι δύο αυτές κατηγορίες περιορισμών αλληλοεπικαλύπτονται μερικώς και δεν τεκμηριώνεται, με βάση τα στοιχεία που περιέχονται ιδίως στα Digesta του Ιουστινιανού Α΄, ότι humiliores, infames και πένητες αποτελούν μία και μόνη κοινωνική «τάξη», ομάδα ή κατηγορία της οποίας αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό είναι η πτωχεία και η «κοινωνική αδυναμία». Ωστόσο, η Νεαρά αρ. 90 του Ιουστινιανού Α΄ πιστοποιεί ότι από τους διαδίκους καταβαλλόταν προσπάθεια, επί τη βάσει αυτών των απαγορεύσεων των νόμων (επικαλούμενοι πενία, infamia κλπ), να αποκλείσουν ιδιαιτέρως τους μάρτυρες από τις δίκες, επηρεάζοντας έτσι τη δικαστική διαδικασία. Ο αυτοκράτορας προσπάθησε να ρυθμίσει το ζήτημα, στην διάκριση όμως των αξιόπιστων μαρτύρων, μεταξύ αυτών που φέρουν «ἀξία» ή «στρατεία», που είναι «εὔποροι» και που έχουν «ἐπιτήδευμα», η πενία δεν έχει θέση. Έτσι, το αργότερο τον 6ο αι., το Βυζάντιο δεν αναγνωρίζει την πενία ως λόγο αποκλεισμού, ούτε ως κατάσταση που επιφέρει προσωπική αναξιοπιστία. Οι Νεαρές του Ιουστινιανού Α΄ επιπλέον αναπαράγουν επίσημους διαχωρισμούς που βρίσκονταν πολύ εγγύτερα στη μεσοβυζαντινή αντίληψη: οι «ἄρχοντες», οι «ἐν στρατείᾳ» ή «ἐν ἀξίαις», οι έχοντες «ζώνην» και οι «ἰδιῶται» είναι μερικές από τις ομάδες οι οποίες αντιμετωπίζονται χωριστά κατά περίπτωση, δεν απαντούν όμως πια οι διαχωρισμοί κατά βαθμίδα που συντηρούνταν ακόμα τον 5ο αι. Έτσι, φαίνεται πως τον 6ο αι. η άμβλυνση των διαχωρισμών είχε ως αποτέλεσμα μια γενικότερη θεώρηση του κοινωνικού σώματος, και έννοιες όπως η ευγένεια, ο πλούτος ή η πενία δεν έχουν καμία θέση σε αυτή. Η συγκεκριμένη εξέλιξη είχε ως αποτέλεσμα την ενσωμάτωση όλων των ομάδων στην θεώρηση της κοινωνίας.
Στα πρακτικά της συνόδου του Λατερανού, το 649, οι διαχωρισμοί αυτοί εμφανίζονται αποκρυσταλλωμένοι. Εκεί η κοινωνία χωρίζεται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες, τους ιερείς, αυτούς που εντάσσονταν στο κρατικό μισθολόγιο, και όλους τους υπόλοιπους. Αφήνοντας κατά μέρος το «ἱερατικόν», που από τον 6ο αι. το αργότερο διαχωρίζεται σε όλες τις θεωρητικές πραγματεύσεις, και τους μοναχούς, για τους οποίους αναφέρεται λίαν συνοπτικά ότι αφορίζονται και εξορίζονται από τον τόπο τους, οι υπηρετούντες το κράτος αναφέρονται ως έχοντες «ἀξίαν», δηλαδή τίτλο ή αξίωμα, «ζώνη», δηλαδή αξίωμα ή στρατιωτική υπηρεσία, και «στρατεία», δηλαδή οποιαδήποτε υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής. Στο κείμενο ακολουθούν οι «ἰδιῶται», οι οποίοι χωρίζονται στους «ἐπισήμους» και τους «ἀφανεῖς». Δεδομένου ότι στο τέλος του κειμένου περιλαμβάνονται οι ποινές οι οποίες επιβάλλονται σε αυτούς, συνάγεται ότι οι επίσημοι ιδιώτες είναι αυτοί οι οποίοι διακρίνονται για την κατοχή περιουσίας ανεξαιρέτως μεγέθους, ενώ οι «ἀφανεῖς» αποτελούν την τελευταία κατηγορία στην οποία ανήκουν όσοι δεν έχουν κανένα λόγο διάκρισης, οικονομικό ή άλλο, οι οποίοι υφίστανται σωματική τιμωρία και εξορία. Οι αφανείς πιθανότατα ταυτίζονται με μία κατηγορία που επίσης αναφέρεται στη Νεαρά αρ. 90, τους «ἀγνώστους», δηλαδή αυτούς που δεν έχουν κατοικία, περιουσιακά στοιχεία ή επάγγελμα, και για το λόγο αυτό είναι εντελώς άγνωστοι ή αφανείς. Η κατηγορία αυτή παραλείπεται εντελώς στην αντίστοιχη Νεαρά της αυτοκράτειρας Ειρήνης για τη δικαστική διαδικασία (τέλη 8ου αι.).
Κάποιες από τις θεωρητικές προσεγγίσεις περί κοινωνίας εξηγούνται από τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα των συγγραφέων. Στα Γεωπονικά, μία πραγματεία του 10ου αι., η πολιτεία διαιρείται «εἰς τρία ταῦτα… στρατείαν τέ φημι καὶ ἱερωσύνην καὶ γεωργίαν». Σε κάθε έναν από τους όρους αντιστοιχούν ευρείες και αρκετά διαφοροποιημένες, κοινωνικά και οικονομικά, ομάδες. Την κυρίαρχη θέση της πρώτης και της τρίτης ομάδας για το κράτος επιβεβαιώνει και ο αυτοκράτορας Λέων Στ΄ (886-912), σημειώνοντας στα Τακτικά του ότι ένας στρατηγός πρέπει να φροντίζει κατεξοχήν το «γεωργικόν» και το «πολεμικόν» επιτήδευμα, επειδή το πρώτο τρέφει τους στρατιώτες και το δεύτερο προστατεύει τους τρέφοντες γεωργούς. Οι απόψεις αυτές, αν και απευθείας επηρεασμένες από τον Πλάτωνα, δηλώνουν τα δύο κυρίαρχα κοινωνικοοικονομικά μοντέλα της μέσης βυζαντινής εποχής, το στρατό και την ελεύθερη γαιοκτησία. Το γεγονός ότι ο πλούτος ή η ευγένεια δεν αποτελούν κριτήριο για την ένταξη σε κάποια από αυτές τις κατηγορίες συντέλεσε στην μετατροπή τους σε κατεξοχήν χαρακτηριστικά αυτοπροσδιορισμού των ατόμων.
Η κατάταξη του ατόμου ανάλογα με τη σχέση που έχει με το κράτος παραμένει κυρίαρχη μέχρι τον 11ο αι. Η διαπίστωση ενέχει σημαντικές προεκτάσεις: αν κανείς δεν ήθελε να συμμετάσχει στην «πολιτεία» και στα συγκροτημένα της σώματα, και παρέμενε απλώς ένας «ἰδιώτης», τότε δεν είχε καμία συγκεκριμένη «κοινωνική θέση» και το κράτος αδιαφορούσε για την ευγενική καταγωγή και για τα περιουσιακά του στοιχεία, εφόσον κατέβαλλε κανονικά τους φόρους του και εφόσον δεν εμπλεκόταν ποτέ σε συνωμοσίες ή αιρέσεις (οπότε νομιμοποιούνταν η κατάσχεση του πλούτου). Θα χρειαστεί να περιμένουμε τις πηγές του 11ου και του 12ου αι. για να γίνει φανερή η ανάδυση ενός άλλου είδους διαχωρισμού, που δίνει έδαφος κυρίως στην ευγενική καταγωγή και θεωρεί τον πλούτο δικαιωματικό αγαθό.

Πηγές:
Γεωπονικά, 2.5-7· Τακτικά Λέοντος, 610.1076-612.1080· ACO s. II.Ι, 210.6-15· Digesta, 22.5.3· CIC III, αρ. 26, 204.29-35, 90, 446.24-34· Burgmann, Novellen, 20.54-58· Πλάτωνος Τίμαιος, 17c-18b· Αριστοτέλη Πολιτικά, 98.29-38 (1264b).
Βιβλιογραφία:

Rilinger, Humiliores – honestiores· Rilinger, Zeugenbeweiss, 223-252· Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία τ. Β1, 332-337· Χριστοφιλοπούλου, Πολίτευμα, 166-171· Constable, Three studies, 269, 279-323· Beck, Χιλιετία, 264-270· Dagron, Traditions politiques, 137-139· Πλαγγέσης, Πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία, 156-180· Καραγιαννόπουλος, Ιστορία τ. Α΄, 39-63· Patlagean, Les armes, 25-62· Vryonis, Social basis, 157-167· Oikonomidès, Listes, 281-290.