Όνομα

Χρονολογία: 6ος-12ος αι.

Η πρωταρχική σημασία της λέξης βεβαίως αφορά το βαπτιστικό όνομα, την καταγωγή, τις συγγένειες, το γένος των ανθρώπων. Η γέννηση σε μία συγκεκριμένη οικογένεια έχει πάντα ξεχωριστή σημασία, αν και τα οικογενειακά επίθετα, που εμφανίζονται στη μεσοβυζαντινή εποχή, καθιερώνονται μόλις τον 11ο αι. Ωστόσο η λέξη αποτελεί και όρο που αναφέρεται στο αξίωμα, ως συνοδευτικό του βαπτιστικού ονόματος, εφόσον το άτομο έχει λάβει αξίωμα ή/και τίτλο. Αυτό, ακόμα περισσότερο από το γένος, έδινε την κοινωνική θέση ενός ατόμου. Στα Βασιλικά, που μεταφράζουν διάταξη του Πανδέκτη, σημειώνεται ότι «τὸ τοῦ ἄρχοντος ὄνομα γενικόν ἐστι, καὶ σημαίνει καὶ στρατηγὸν καὶ ἀνθύπατον καὶ πάντας τοὺς ἐπαρχιῶν διοικητὰς, εἰ καὶ συγκλητικοὶ ὦσιν», ενώ σε άλλη διάταξη επαναλαμβάνεται ότι «τὸ τῆς ἐξουσίας ὄνομα πολλὰ σημαίνει· τὸ τῶν ἀρχόντων κράτος, τῶν πατέρων εἰς τοὺς παῖδας, τῶν δεσποτῶν εἰς τοὺς δούλους». Μία από τις περιεκτικότερες αναφορές στο «ὄνομα» βρίσκεται στον Βίο Νικηφόρου Μηδικίου: «τὸ χρέος ἀποτίσαι καὶ διαδεῖξαι ὄνομα τούτῳ καὶ τύχην ἀξίαν τε καὶ πατρίδα καὶ γένος καὶ ὅσα καὶ οἷα τὴν ἀρίστην πολιτείαν τἀνδρὶ παριστάνει».
Στην ουσία λοιπόν με το όνομα μεταφέρεται το είδος της εξουσίας που μπορεί κανείς να ασκήσει εξαιτίας της θέσης του. Τυπικά, η ύπαρξη τίτλου ή/και αξιώματος σήμαινε ότι η προσφώνηση προς οποιοδήποτε πρόσωπο έπρεπε οπωσδήποτε να περιλαμβάνει και αυτά, επειδή αναμεταδίδουν το «ὄνομα τῆς ἐξουσίας». Ξεκάθαρα ο Γεώργιος Ακροπολίτης σημειώνει «ἠλλοίωσε γὰρ ὁ κρατῶν κἀμοὶ τοὔνομα, καὶ οὐκ εἴασεν ἀσυνάπτως Ἀκροπολίτην κατονομάζεσθαι». Πολυάριθμες σφραγίδες της μέσης βυζαντινής εποχής αποδεικνύουν πως οι τίτλοι και τα αξιώματα αποτελούν συστατικό στοιχείο του ονομαστικού προσδιορισμού κάποιου προσώπου, σύμφωνα με το σχήμα «βαπτιστικό όνομα + τίτλος/τίτλοι + αξίωμα/αξιώματα + οικογενειακό όνομα». Το όνομα εξουσίας/τίτλου γενικά ήταν σεβαστό μέχρι το τέλος της αυτοκρατορίας, αλλά η αναδιοργάνωση της ιεραρχίας από τον Αλέξιο Α΄ Κομνηνό είχε ως αποτέλεσμα το γένος, δηλαδή το οικογενειακό όνομα, πλέον να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη σημασία από αυτή που είχε την προηγούμενη εποχή. Η κατοχύρωση της ευγένειας μέσω της συγγένειας με την αυτοκρατορική οικογένεια είχε ως αποτέλεσμα τα μέλη της αριστοκρατίας να φέρουν πλέον περισσότερα του ενός οικογενειακά επίθετα.
Οι πηγές διακρίνουν περισσότερα είδη ονόματος. Τα συνηθέστερα είναι το όνομα της οικογένειας και το όνομα αξιώματος (π.χ. ὄνομα καίσαρος), υπάρχει όμως και το όνομα βασιλείας ή τυραννίδος. Έτσι, ένα από τα επιχειρήματα του Ψελλού προς τον Ισαάκιο Κομνηνό ήταν ότι «οὐδ’ ἐπαινούμενον ὄνομα τῷ καθ’ ὑμᾶς προσήρμοσται σχήματι», εννοώντας ότι το κίνημά του ήταν παράνομο, συνεπώς ήταν μία τυραννίδα, και όχι βασιλεία. Το όνομα ιδιότητας, π.χ. ὄνομα ἱερέως, δεν είναι συχνό, ενώ ο γενικότερος όρος «ὄνομα στρατείας» προσδιορίζει την σχέση του ατόμου με το κράτος και την ένταξή του στην ευρύτερη ομάδα των υπό στρατεία ατόμων, η οποία αποτελούσε βασικό διαχωρισμό στο Βυζάντιο.

Πηγές:
Εισαγωγή, 6.1· Βασιλικά, 2.2.207, 6.1.35· Digesta, 10.18.1, 50.16.215· Βίος Νικηφόρου Μηδικίου, 405 κεφ. 5.1-3· Ακροπολίτη Χρονικόν, κεφ. 60.45-46.
Βιβλιογραφία:

Oikonomidès, Listes, 284· Χριστοφιλοπούλου, Σύγκλητος, 33· Cheynet, Anthroponymie, 267-294· Patlagean, Ελληνικός μεσαίωνας, 126-128· Grünbart, Inszenierung, 52-36.