Σχῆμα

Χρονολογία: 6ος-12ος αι.

Το «σχήμα» είναι το εξωτερικό χαρακτηριστικό κοινωνικών ομάδων στη βυζαντινή κοινωνία και συνοδεύει κατεξοχήν το «ὄνομα». Κατά τον Μεγάλο Βασίλειο «ἡ διὰ τοῦ σχήματος ἐπαγγελία» είναι «στρατιώτου ἴδιον ἐν τῷ ἐνδύματι, καὶ ἄλλο τοῦ συγκλητικοῦ, καὶ ἄλλο ἄλλου, ἀφ' ὧν εἰκάζεται αὐτῶν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, τὰ ἀξιώματα». Στις βυζαντινές αφηγηματικές πηγές διακρίνονται πολλά είδη σχήματος: πολιτικόν/εὐνούχου/μοναδικόν/μοναστοῦ/τιμῆς/ἰδιώτου/αξιώματος/πατρικιότητος/ἰατροῦ κλπ, ως χαρακτηριστικά κοινωνικής κατάταξης, αλλά και το «σχῆμα ἰδιώτου». Το σχήμα έδινε στα άτομα αναγνωρισιμότητα ανάλογα με την ιδιότητά τους, πολιτική/κοινωνική ή επαγγελματική, δηλαδή η εξωτερική τους εμφάνιση αυτόματα τους τοποθετούσε μεταξύ συγκεκριμένων ομάδων ή εντός μιας συγκεκριμένης ιεραρχίας. Το παράδειγμα που αναδεικνύει περισσότερο το σχήμα είναι αυτό των «βραβείων» που απονέμονταν μαζί με συγκεκριμένες «ἀξίες», δηλαδή τίτλους, στους αξιωματούχους. Τέτοια βραβεία διασώζονται στο Τακτικόν του Φιλοθέου (899): χρυσᾶ ῥάβδος, φιβλατώριον (εξωτερικό ένδυμα), σπάθη, κλοιὸς χρυσοῦς ἐκ λίθων τιμίων κλπ. Το σχήμα των μαγίστρων, που περιλάμβανε λευκό χιτώνα και κόκκινη δερμάτινη ζώνη, το σχήμα των συγκλητικών, που περιγράφεται κάπως ασαφώς στις πηγές για τη μεσοβυζαντινή περίοδο, το σχήμα βασιλέως, αλλά και το σχήμα μοναχού ήταν τα πιο γνωστά και κοινωνικά αναγνωρίσιμα. Κατά την πρωτοβυζαντινή εποχή η απονομή τίτλου στο κονσιστώριον από τον ίδιο τον αυτοκράτορα συνεπαγόταν την απονομή της «ζώνης» (cingulum), που έφεραν οι ιλλούστριοι συγκλητικοί. Παράδειγμα απονομής τέτοιου τίτλου περιλαμβάνεται στο Περί βασιλείου τάξεως του Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου, πληροφορία που χρονολογείται στον 6ο αι. Ωστόσο καμία πηγή δεν συνδέει απευθείας τη ζώνη με το σχήμα, αν και η νομοθεσία συχνά αναφέρει την αφαίρεση της ζώνης, δηλαδή την υποβάθμιση η οποία γινόταν αυτόματα και κοινωνική υποβάθμιση, ως τιμωρία. Η υποχρέωση των ανθρώπων να φέρουν ενδυμασία ανάλογη με την θέση τους στο κοινωνικοπολιτικό σύστημα έχει αποτυπωθεί σε έναν πρώιμο νόμο του 382: εκεί όχι μόνο οι συγκλητικοί (senatores) αλλά και οι κατώτεροι υπάλληλοι της διοίκησης (officiales) και οι δούλοι (servi) αυτών που υπάγονταν σε στρατεία (militia) ήταν υποχρεωμένοι στο πλαίσιο του δημόσιου βίου να ντύνονται ανάλογα με τη θέση τους.
Άλλα σχήματα, π.χ. των επαγγελματιών, δεν είναι γνωστό σε τι ακριβώς συνίσταντο· ενώ είναι σαφές πως η ένδυσή τους παρέπεμπε στο επάγγελμα που ασκούσαν, δεν είναι γνωστό αν υπήρχε κάποιου είδους σήμα, π.χ. μια ράβδος, που τους ξεχώριζε από το κοινωνικό σύνολο. Η ύπαρξη τέτοιου σήματος θα ήταν αναμενόμενη για σημαντικά επαγγέλματα όπως π.χ. των ιατρών, ενώ μεταξύ των νοταρίων φαίνεται πως ξεχώριζαν κοινωνικά οι αυτοκρατορικοί νοτάριοι λόγω της ενδυμασίας τους. Εκτός από το σήμα, που στην περίπτωση των αξιωματούχων αφορούσε τα διάσημα της εξουσίας τους και την ένδυση, κατά τον Μιχαήλ Ψελλό στο σχήμα ανήκε και ο ίππος στην περίπτωση των ευγενών, εφόσον οι πλουσιότεροι είχαν την οικονομική δυνατότητα εκτροφής ίππων, ενώ στις πρωτοβυζαντινές πηγές απαντούν λεπτομερείς περιγραφές της εξωτερικής εμφάνισης των μελών της αριστοκρατίας και της συμπεριφοράς τους σε δημόσιο χώρο.
Τις πιο γλαφυρές εικόνες για το σχήμα τις δίνει ο Μιχαήλ Ψελλός περιγράφοντας τις πολιτικές αλλαγές του 11ου αι. Η απότομη αλλαγή σχήματος συνιστά για τον συγγραφέα μία «μεταποίηση» ή μία «μετάθεση», όπως αυτό φαίνεται π.χ. στην ξαφνική άνοδο των συγγενών του Μιχαήλ Ε΄ στα υψηλότερα κλιμάκια της ιεραρχίας, και στην παραίτηση του αυτοκράτορα Μιχαήλ Στ΄ του Στρατιωτικού, που αναγκάστηκε να καρεί μοναχός.

Πηγές:
C.Th., 14.10.1-3· Βασιλείου Ὅροι, 980C· De Cerimoniis, 386-387· Μιχαήλ Ψελλού Χρονογραφία 1, 148.27.1-9, 2, 226.37.10· Θαύματα Αγίου Αρτεμίου, 80.7-8, 104.12-13, 114-120, 132.22-26, 134.18-19.
Βιβλιογραφία:

Oikonomidès, Listes, 283-284, 290· Zuckermann, Le cirque, 83-85· Magdalino, Court society, 216· Magdalino, Snobbery, 60· Papademetriou – Ghini-Tsofopoulou, Saints Notarii, 931-934· Kalamara, Clothing, 225-227· Χριστοφιλοπούλου, Σύγκλητος, 71-72· Yannopoulos, Société profane, 30-31· Σαράντη, Καθημερινότητα, 57-87· Alfoldy, Ιστορία, 326.