Οι πένητες και η κοινωνική αντιπαράθεση του 10ου αι.

Χρονολογία: 8ος-10ος αι.

Η διάταξη του Ερμογένη (2ος αι.) που ορίζει την πενία στα πενήντα χρυσά νομίσματα επανέρχεται στο Βυζάντιο, τόσο στον Πανδέκτη του Ιουστινιανού Α΄, στην Εισαγωγή του πατριάρχη Φωτίου, στα Βασιλικά και στον Πρόχειρο Νόμο, και στις Νεαρές του 10ου αι. που αφορούν τη γαιοκτησία. Σκοπός της διάταξης ήταν η προστασία της δικαστικής διαδικασίας και η ρύθμιση των αποζημιώσεων ή των προστίμων, εξυπηρέτησε δηλαδή την απονομή του δικαίου σε υποθέσεις ιδιαιτέρως αστικού δικαίου με οικονομικό περιεχόμενο. Η διάταξη δεν ορίζει το είδος της περιουσίας που εκτιμάται στα πενήντα νομίσματα, συνεπώς αυτή η διάκριση ήταν πάντα στην ευχέρεια του δικαστή. Έγγεια ιδιοκτησία, η οποία αποτιμάται στα πενήντα νομίσματα, αποτελεί στο Βυζάντιο μία μικρομεσαία περιουσία και ο ιδιοκτήτης της μπορεί να θεωρηθεί ουσιαστικά «πένης» σε σύγκριση με άλλους ιδιοκτήτες.
Τον 10ο αι. οι «πένητες» ιδιοκτήτες μικρής έγγειας ιδιοκτησίας βρίσκονται στο επίκεντρο της διαμάχης του κράτους με τους «δυνατούς», χωρίς να ανιχνεύεται εύκολα στις πηγές η πρόδρομη εξέλιξη του φαινομένου. Τον 8ο αι. στο προοίμιο της Εκλογής αντιπαραθέτονται οι πένητες στους δυνάστες στο πλαίσιο μιας γενικής αρχής για την ίση απονομή δικαιοσύνης, η οποία πρέπει να διέπει το δικαστικό σύστημα χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικονομική ισχύς του καθενός και χωρίς ο δικαστής να μεροληπτεί για οποιοδήποτε λόγο. Για πρώτη φορά οι ομάδες που ανήκουν στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, ανεξαιρέτως αν πρόκειται για ιδιοκτήτες γης ή όχι, τίθενται στο επίκεντρο της κρατικής ιδεολογίας αναφορικά με την προστασία που δικαιούνται από το κράτος έναντι των πιέσεων των ισχυροτέρων. Είναι ενδεικτικό ότι ο πατριάρχης Φώτιος στην Εισαγωγή διακηρύττει ότι η «ισότητα του νόμου» είναι ουσιώδης για την εύρυθμη λειτουργία του κόσμου.
Τον 10ο αι., η εισαγωγή της διάταξης του Ερμογένη στις Νεαρές για την προστασία της μικρής ιδιοκτησίας, για πρώτη φορά συνδέει την κατοχή γης με την πενία, μολονότι παραμένει ασαφές αν νοείται το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων (π.χ. μαζί με τα ζώα και τα εργαλεία) ή η αντίστοιχη έκταση γης. Κατά μία άποψη, το ποσό αντιστοιχεί με γη έκτασης περίπου πενήντα μοδίων (περίπου σε πενήντα στρέμματα), που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει σε κάποιον πτωχό, ωστόσο η ίδια η ασάφεια του νόμου υποδεικνύει ότι μπορούσαν να υπάρχουν περισσότερες ερμηνείες του. Το γενικότερο πλαίσιο της νομοθεσίας του 10ου αι. πάντως αναγνωρίζει στον μικρομεσαίο γεωργό, δυνητικά «πένητα», τον κυρίαρχο ρόλο του ως κοινωνικοοικονομικού μοντέλου στις επαρχίες, στην προστασία του οποίου στόχευαν οι νόμοι. Σκοπός ήταν να προστατευθούν οι κοινότητες χωρίων και οι πένητες ιδιοκτήτες τους από τις επεκτατικές διαθέσεις των δυνατών.
Με τα δεδομένα της νομοθεσίας του 10ου αι., στους πένητες μπορεί να ανήκουν τόσο οι αγρότες που παρέχουν κάποια υπηρεσία στο κράτος (π.χ. οι στρατιώτες), όσο και οι απλοί φορολογούμενοι αγρότες. Οι πηγές δίνουν έμφαση στην αστάθεια των συνθηκών που οδηγούσαν στην κοινωνική τους υποβάθμιση. Η συσσώρευση των φόρων, η μειωμένη απόδοση της γης, η απώλεια των καματηρών ζώων, μία καταστροφική επιδρομή εχθρών ή ακραία φυσικά φαινόμενα όπως ο χειμώνας του 927/8 μπορούσαν να οδηγήσουν τους πένητες στην απόλυτη πτωχεία. Η είσοδος αυτών των νεόπτωχων στην υπηρεσία ισχυρών προσώπων –στην περίπτωση των στρατιωτών στην υπηρεσία των ανωτέρων τους-, η ευκαιριακή μισθωτή εργασία ή ακόμα και η επαιτεία ήταν συχνός τρόπος αντίδρασης. Ο βασικός προβληματισμός της νομοθεσίας του 10ου αι. όμως είναι διαφορετικός. Σύμφωνα με τα κείμενα, οι δυνατοί αποτελούσαν πόλο έλξης για τους πένητες που είχε όχι μόνο οικονομικές, αλλά και πολιτικές επιπτώσεις. Η προοδευτική αντικατάσταση του οικονομικού συστήματος της μικρής ιδιοκτησίας από αυτό της μεγάλης ιδιοκτησίας, όπου ο ιδιοκτήτης προσφέροντας «προστασία», «συνδρομή», «εὐεργεσία», αύξανε το δικό του υποστηρικτικό (πελατειακό) δίκτυο έθετε στην πραγματικότητα μία πολιτική πρόκληση στην κεντρική εξουσία.
Η θέσπιση μακράς περιόδου παραγραφής εξυπηρέτησε τη διεκδίκηση από τους πένητες της έγγειας ιδιοκτησίας των πενήτων που είχαν εξαναγκαστεί να απαλλοτριώσουν λόγω των συνθηκών. Το διάστημα αυτό έφτασε στα σαράντα έτη, αλλά η κατάργησή του από τον Βασίλειο Β΄ το 996 υποδηλώνει ότι η επέκταση των δυνατών δεν είχε αναχαιτιστεί παρά τη συνεχή νομοθετική δραστηριότητα από το 928. Αντίθετα, οι Νεαρές αφήνουν να υπονοηθεί ότι άνθρωποι από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα και πιθανώς όχι μόνο οι πένητες προσπάθησαν να επωφεληθούν από τις διατάξεις αυτές, εφόσον η νομοθεσία στοχοποιούσε απερίφραστα τους δυνατούς. Στην πραγματικότητα, δεν είναι γνωστό κατά πόσον οι πραγματικοί πένητες, δηλαδή αυτοί που η περιουσία τους δεν ξεπερνούσε τα πενήντα νομίσματα, κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν το νόμο για την αποκατάστασή τους. Μετά το θάνατο του Βασιλείου Β΄ (1025) η δικαστική δραστηριότητα δείχνει ότι το κριτήριο του εξαναγκασμού για την εξαγωγή της απόφασης ισχύει τον 11ο αι.: αν δηλαδή γινόταν καταγγελία ότι ο αγοραστής ενέπιπτε στην κατηγορία των δυνατών, τότε η πώληση ήταν δυνατόν να ακυρωθεί. Ωστόσο, αν δεν ίσχυε αυτό το κριτήριο, τα όρια της παραγραφής ορίζονταν σύμφωνα με την παλαιότερη νομοθεσία στα δέκα, τριάντα ή σαράντα χρόνια ανάλογα με την περίπτωση. Στα μεταγενέστερα σχόλια των Βασιλικών η διάκριση περί πενίας φαίνεται πως επανέρχεται στον αρχαίο ορισμό και αυτόν του πατριάρχη Φωτίου: οι πένητες που δεν κατείχαν γη, λάμβαναν εγγυητή για να παραστούν στο δικαστήριο, ενώ αν ήταν οι ίδιοι ιδιοκτήτες, το μέγεθος της περιουσίας τους αποτελούσε κριτήριο για την επιβολή του προστίμου.

Πηγές:
Digesta, 48.2.10· Βασιλικά, 60.34.10· Εισαγωγή, 12.8· Svoronos, Novelles, αρ. 3, 4· Πείρα, 32-40· Schminck, Studien, 8.66-71· Πρόχειρος νόμος, 27.22.
Βιβλιογραφία:

Lemerle, Agrarian history, 94-98, 107-108· Kaplan, Les hommes et la terre, 368-371, 383-399· Βυζαντινός κόσμος τ. 2, 286 (Cheynet)· Ostrogorsky, Steuergemeinde, 14-15· Ostrogorsky, Ιστορία τ. Β΄, 150-154, 159-160· Χριστοφιλοπούλου, Πολίτευμα, 313-315, 318-327· Morris, The powerful and the poor, 3-27· Rilinger, Zeugenbeweiss, 223-252.