Οι χαμηλότερες κοινωνικές κατηγορίες

Χρονολογία: 6ος-12ος αι.

Για την ερμηνεία των όρων που χρησιμοποιούνται στις ελληνικές πηγές για να δηλώσουν τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη τόσο το πλαίσιο του κειμένου, στο οποίο αναφέρονται, όσο και το ρωμαϊκό υπόβαθρο των διακρίσεων. Οι ρωμαϊκοί όροι, που συχνά είναι νομικοί και δηλώνουν την condicio, δηλαδή την νομική κατάσταση που απορρέει από την θέση του καθενός στο ρωμαϊκό σύστημα, συχνά υποκρύπτονται πίσω από τις ελληνικές λέξεις που χρησιμοποιούν οι συγγραφείς, ιδιαίτερα της πρώιμης περιόδου.
Γενικά δεν πρέπει να συγχέονται οι όροι, δεν πρέπει δηλαδή να θεωρείται ότι οι humiliores, infames ή άλλοι, ταυτίζονται με τους πτωχούς. Οι humiliores (ταπεινοί, ταπεινότεροι) είναι μία πολύ γενική κατηγορία απροσδιορίστου περιεχομένου που εμφανίζεται πολύ σπάνια στις λατινικές πηγές του πρώιμου Βυζαντίου και μάλιστα σε πολύ γενικό πλαίσιο. Οι infames είναι μία νομική κατηγορία που περιλαμβάνει άτομα διαφορετικής κοινωνικής προέλευσης, που είχαν χάσει εξαιτίας μιας πράξης τους τα πολιτικά τους δικαιώματα. Σε αυτούς ανήκαν εξ ορισμού άτομα που ασκούσαν συγκεκριμένα επαγγέλματα −όσοι απασχολούνταν στην πορνεία, το θέατρο και τον ιππόδρομο είναι από τους πρώτους που εντάσσονταν στους infames, όχι όμως εξαιτίας της πενίας τους· ακόμα και στρατιώτες που είχαν υποστεί ατιμωτική απόταξη ρητώς ανήκουν στους infames σύμφωνα με τη νομοθεσία του Ιουστινιανού Α΄. Η μετάφραση του όρου στο Βυζάντιο είναι «ἄτιμοι», χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι οι συγγραφείς δεν εντάσσουν εκεί και εκείνα τα άτομα, των οποίων τη φήμη θέλουν για οποιοδήποτε λόγο να αμαυρώσουν, ή ότι επιδιώκουν να μεταδώσουν συγκεκριμένα μηνύματα στο αναγνωστικό κοινό τους. Έτσι, η Νεαρά αρ. 90 του Ιουστινιανού Α΄ περί μαρτύρων αναφέρει συγκεκριμένα τους «ἐπιδιφρίους», τους «χαμερπεῖς», που επίσης αφορά στους infames, οι οποίοι απαγορεύεται να εμφανιστούν στο δικαστήριο ως μάρτυρες. Σε αυτούς που απαγορεύεται να μαρτυρήσουν ανήκουν επίσης οι «ἄσημοι», οι «ἄγνωστοι» και οι «ἀφανεῖς», οι οποίοι μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αυτοί, οι οποίοι δεν έχουν καμία εργασία και καμία έδρα, μόνιμη κατοικία ή εργασία, για το λόγο αυτό παραμένουν γενικά «άγνωστοι» στο κοινωνικό περιβάλλον. Ο ανώνυμος συγγραφέας του Περί στρατηγίας την ίδια εποχή φαίνεται πως χαρακτηρίζει τα άτομα, τα οποία δεν απασχολούνται, «ἀργούς», και συνιστά την ένταξή τους σε μία επαγγελματική ομάδα. Η εργασία λοιπόν διαφοροποιεί το άτομο κοινωνικά και το βγάζει από την αφάνεια, και με αυτή την άποψη συμφωνούσε και ο ίδιος ο Ιουστινιανός Α΄, ο οποίος ενέταξε γενικά τους επιτηδευματίες, χωρίς περαιτέρω διάκριση, στους αξιόπιστους μάρτυρες. Ακόμα και για τους infames όμως υπήρχε η δυνατότητα της κοινωνικής αναβάθμισης. Είναι ενδεικτικό ότι ένας νόμος που εκδόθηκε ήδη επί Ιουστίνου Α΄ επέτρεπε τον γάμο των γυναικών που απασχολούνταν στο θέατρο και την κοινωνική τους άνοδο. Ο νόμος κάνει συγκεκριμένα λόγο για την δεύτερη ευκαιρία των ατόμων στη ζωή και για το δικαίωμά τους να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσής τους.
Η σύγχρονη έρευνα έχει δώσει έμφαση στην πληθώρα των νομικών προβλέψεων για την τύχη των λιγότερο ευνοημένων −των πτωχών που άφηναν τις εστίες τους λόγω των επισιτιστικών κρίσεων, των ηλικιωμένων, των ορφανών, των εκδιδομένων γυναικών−, που υποδεικνύει ότι τον 6ο αι. υπήρξε μία συστηματική προσπάθεια οι κατηγορίες αυτές του πληθυσμού να βοηθηθούν, κάτι που εκδηλώνεται κυρίως με την συστηματοποίηση της νομοθεσίας για τα μοναστηριακά και φιλανθρωπικά ιδρύματα. Η τάση αυτή υποβοηθείται και αναδεικνύεται με την Κωδικοποίηση των νόμων του Ιουστινιανού Α΄, όπου βρίσκεται συγκεντρωμένος μεγάλος όγκος στοιχείων για τις χαμηλότερες κοινωνικές ομάδες. Άρρωστοι και ανάπηροι εντάσσονται μερικές φορές στην κατηγορία των «ἀχρήστων». Στο Περί στρατηγίας, άχρηστοι είναι αυτοί, για τους οποίους φροντίζει η πολιτεία, αυτοί, στους οποίους στοχεύει η φιλανθρωπία. Γυναίκες, μικρά παιδιά και ηλικιωμένοι ανήκουν κατά τον ανώνυμο συγγραφέα στους αχρήστους κατά περίπτωση όταν υποπίπτουν σε τέτοια κατάσταση αδυναμίας. Σε κατάσταση απόλυτης ένδειας μπορούσε κανείς να περιέλθει πολύ εύκολα. Οι φυσικές καταστροφές, κάποιος θάνατος, η φορολογία, είχαν συχνά καταστροφική επίδραση στις ζωές των ανθρώπων. Οι πληθυσμοί των επαρχιών ήταν ιδιαίτερα ευάλωτοι στα φυσικά φαινόμενα (σιτοδεία, ανομβρία κλπ) και δεν είναι λίγες οι αναφορές για την μαζική εισροή τους στα αστικά κέντρα. Σε αυτές τις περιπτώσεις πιθανώς πουλούσαν τα περιουσιακά τους στοιχεία στην επαρχία, εκπίπτοντας στην κατηγορία των απολύτως πτωχών, ή «ἀπόρων», των ασήμων ή αγνώστων, και αυξάνοντας αυτό το κοινωνικό στρώμα των πόλεων. Σε περιόδους δημογραφικής ανάκαμψης (5ος-6ος αι., 9ος-10ος αι., 12ος αι.) το στρώμα των απολύτως πτωχών αποτελούσε μία τρέχουσα πραγματικότητα στα μεγάλα αστικά κέντρα. Συγκεντρώνονταν στις στοές για να ζητιανέψουν ή να κοιμηθούν, στα πρόπυλα των εκκλησιών και των μοναστηριών αναμένοντας τη διανομή των τροφίμων, ή στις πύλες των πόλεων για τους ίδιους λόγους, ή στους θερμούς τοίχους των λουτρών για να ζεσταθούν. Κατά την πρωτοβυζαντινή εποχή μαρτυρείται η πώληση των παιδιών από τους ίδιους τους γονείς και συγκεκριμένες νομοθετικές διατάξεις που περιλαμβάνονται και στα Βασιλικά (9ος αι.) δίνουν ισχύ σε αυτές τις δικαιοπραξίες μόνο στην περίπτωση απόλυτης φτώχειας. Τον 10ο αι. ο αυτοκράτορας Ρωμανός Α΄ Λακαπηνός για να προστατέψει τους άστεγους της Κωνσταντινούπολης έκλεισε με σανίδες τις στοές στις οποίες συγκεντρώνονταν για να κοιμηθούν και όρισε την μηνιαία διανομή νομισμάτων σε αυτούς από τις εκκλησίες. Τον 12ο αι. ιδιαιτέρως γλαφυρές είναι οι περιγραφές του Ιωάννη Τζέτζη για τους κλέφτες που εισέρχονταν στα αρχοντικά για να κλέψουν, ενώ τα Τυπικά των μοναστηριών βρίθουν από πληροφορίες για διανομή τροφίμων ή/και νομισμάτων στους πτωχούς που έρχονταν ως τις πύλες τους στις μεγάλες εορτές.

Πηγές:
CJ, 5.4.23· CIC III, αρ. 90, 446.24-34· Βασιλικά, 7.3.37, 19.1.89· Dennis, Three treatises, 18.101-107· Τζέτζη Επιστολές, αρ. 57, 80.9-81.1.
Βιβλιογραφία:

Rilinger, Humiliores-honestiores· Rilinger, Zeugenbeweiss, 223-252· Freu, Les pauvres, 375-392· Mayer, Poverty and generosity, 140-158· Brown, Poverty, 1-44, 74-80· Stander, Disabled, 332-345· Patlagean, La pauvreté à Byzance, 59-81· Patlagean, L’enfant, 85-86, 91-92· Tinnefeld, Gesellschaft, 137-142· Yannopoulos, Société, 191-192, 197-213· Kaplan, Les hommes et la terre, 375-382, 391-393, 394-397· Humfress, Civil law, 205-211· Holman, The hungry, 31-63· Ράγια, Πρόβλημα ρευστότητας, 247-275· Ράγια, Κρατικός παράγοντας, 292-296· Haldon, Structuralist approach, 203-211.