Πενία σε νομικό και κοινωνικό πλαίσιο

Χρονολογία: 6ος αι., 7ος-10ος αι.

Αποτελεί γενικά μεθοδολογικό λάθος να θεωρείται η «πενία» ή η «πτωχεία», όροι με κατεξοχήν οικονομικό περιεχόμενο, σε αρχαίες εποχές ως γενική κοινωνική κατηγορία, στην οποία κάπως ασαφώς τοποθετούν οι σύγχρονοι ερευνητές οποιονδήποτε δεν ανήκε στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Εφόσον στην αρχαιότητα η εύρυθμη κοινωνία ταυτιζόταν με την αρχαία «πόλιν» όπου οι «πολίται» ήταν ιδανικά γηγενείς κάτοχοι γης, ο πληθυσμός χωριζόταν σε πολίτες και μη πολίτες, αυτός ο διαχωρισμός αποτελούσε στην αρχαιότητα και σε μεταγενέστερες εποχές την αφετηρία κάθε στοχασμού περί κοινωνικών διαχωρισμών, και η πενία εντάχθηκε εξαρχής σε αυτό το πλαίσιο. Ο Αριστοτέλης διατύπωσε κάποιες βασικές αρχές, οι οποίες επαναλαμβάνονται ή διαμορφώνονται στη μεταγενέστερη φιλοσοφική-κοινωνική διαπραγμάτευση. Η βασικότερη ίσως είναι ότι «ἡ δὲ πενία στάσιν ἐμποιεῖ καὶ κακουργίαν», ή ότι «συμβέβηκε τοῖς μὲν πένησι διὰ τὴν ἔνδειαν ἐπιθυμεῖν χρημάτων» από όπου προκύπτει η αντίληψη ότι οι πένητες μπορεί να προβούν σε παρανομίες εξαιτίας της πενίας. Ωστόσο, στο πλαίσιο της ύστερης αρχαιότητας, με τον αριθμητικό περιορισμό των πολιτών αλλά και την συγκριτική αύξηση του πληθυσμού των πόλεων, τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα έγιναν σαφώς πιο ορατά και αποτέλεσαν στόχο της χριστιανικής πρόνοιας. Η χριστιανική διανόηση (μέγας Βασίλειος, Ιωάννης Χρυσόστομος), συντέλεσε στη στροφή του ευεργετισμού προς εκείνες τις κοινωνικές κατηγορίες, οι οποίες ήταν περισσότερο ευάλωτες.
Εφόσον δεν υπάρχει συγκεκριμένη νομική ή θεσμική οριοθέτηση στο πλαίσιο του κράτους, η ορολογία που εντοπίζεται στα κείμενα και αφορά γενικά στην πενία είναι συγκεχυμένη. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι περισσότερο ευάλωτες, σύμφωνα με την προϋπόθεση που αναφέρθηκε παραπάνω, εμφανίζονται οι ομάδες που γενικά είναι «ανέντακτες», δηλαδή δεν διαθέτουν είτε την ιδιότητα του πολίτη είτε κάποιο επάγγελμα. Η μέριμνα προς τους φτωχούς σε αυτό το πλαίσιο συμβαδίζει με την αποδυνάμωση της πόλεως ως θεσμού στο πλαίσιο της αυτοκρατορίας, με την αποδυνάμωση των εθνικών λατρειών και αντίστοιχα την καθιέρωση του Χριστιανισμού, αλλά και με την ίδια την προοδευτική συγκεντροποίηση του κράτους, ιδιαιτέρως από την εποχή του Κωνσταντίνου Α΄ και εξής. Η Ρωμαϊκή πολιτεία επίσης διαχώριζε τις τάξεις ανάλογα με την οικονομική ισχύ και καταγωγή σε συγκλητικούς, ιππείς και πληβείους. Ωστόσο, οι εξελίξεις, ιδιαιτέρως του 4ου-5ου αι., συντέλεσαν στην εξαφάνιση των περιουσιακών κριτηρίων −με σαφέστερο παράδειγμα την συγχώνευση των ιππέων με την τάξη των συγκλητικών. Απομένει στο Βυζάντιο ο αρχαίος διαχωρισμός μεταξύ ελευθέρων και δούλων (servi), ο οποίος δεν καταργήθηκε ποτέ, αλλά αποτελεί νομικό και όχι κοινωνικό διαχωρισμό. Οι επίσης νομικές κατηγορίες των κολωνών (coloni) και των infames εμφανίζονται εξίσου στη νομοθεσία, αλλά, εφόσον το καθεστώς τους συνοδεύεται από αυστηρές διατάξεις, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να συγχέονται γενικά με τους πένητες, τους πτωχούς ή τους humiliores, εφόσον αυτοί οι χαρακτηρισμοί δεν έχουν συγκεκριμένο περιεχόμενο. Σε αντίθεση με ό,τι έχει υποστηριχθεί ως τώρα, η πενία ή η γενικού τύπου κατάταξη στους humiliores δεν επισημαίνεται ως αιτία για την επιβολή μιας ποινής, η οποία επιβάλλεται ως δευτερεύουσα συνέπεια της ενοχής –με άλλα λόγια, δεν κρίνεται κανείς ένοχος επειδή είναι πτωχός, αλλά κρίνεται ένοχος με βάση τα τεκμήρια και του επιβάλλεται η ποινή ανάλογα με την περιουσιακή του κατάσταση. Για το λόγο αυτό ο γενικός ορισμός του 2ου αι., βάσει του οποίου πένης κρίνεται αυτός που διαθέτει περιουσιακά στοιχεία αξίας μικρότερης των πενήντα χρυσών νομισμάτων, χρησίμευσε ευρύτερα στο Βυζάντιο για την επιβολή προστίμων. Στο πλαίσιο γενικότερων κανονισμών σχετικά με την νομική ικανότητα των ανθρώπων είτε να καταθέσουν αγωγή είτε να καταθέσουν στο δικαστήριο ως μάρτυρες ισχύει επίσης ο αποκλεισμός συγκεκριμένων κατηγοριών, και οι πένητες εμφανίζονται στην πρώτη περίπτωση. Ωστόσο ήδη αυτοί οι αποκλεισμοί θέτουν τα όρια, εντός των οποίων κινείται σε νομικό επίπεδο η κοινωνική διεκδίκηση: ανάλογα δηλαδή με την υπόθεση, ήταν δυνατόν κανείς να ισχυριστεί ότι δεν ανήκε στις αποκλειόμενες κατηγορίες, ουσιαστικά δηλαδή, ήταν δυνατόν κανείς να ισχυριστεί ότι δεν ήταν πένης. Το Βυζάντιο λοιπόν, με βάση τη λεπτομερή νομοθεσία που κωδικοποιήθηκε από τον Ιουστινιανό Α΄, παρείχε ένα σχεδόν σύγχρονο πλαίσιο κοινωνικής διεκδίκησης και για τις κοινωνικά χαμηλότερες κατηγορίες του πληθυσμού, συνεπώς η θεωρία περί της «κοινωνικής αδυναμίας» των πενήτων (Lemerle, Patlagean), που στηρίχθηκε κυρίως στις νομικές διατάξεις, χρήζει αναθεώρησης.
Στις αφηγηματικές πηγές η πενία και η πτωχεία μπορεί αναλόγως να διευρυνθούν ή να συρρικνωθούν τόσο πολύ, ώστε να συμπεριλάβουν εργάτες, τεχνίτες κλπ, που κανονικά ανήκουν σε «μεσαία» στρώματα, ή ακόμα και σε προνομιούχες ομάδες, αν υπάγονται στη στρατεία, όπως οι στρατιώτες. Οι όροι αναφέρονται επίσης σε ζητιάνους (ἐπαίται, οἱ ἄρτον ζητοῦντες), άστεγους ή ανεπάγγελτους. Οι νομικές διατάξεις είναι συνήθως πιο συγκεκριμένες, αντιμετωπίζοντας κάθε κατηγορία χωριστά και με την ανάλογη ορολογία (εκδιδόμενες γυναίκες, δούλοι, κλπ), χωρίς να χαρακτηρίζονται γενικά ως πένητες, αποδίδοντας τον χαρακτηρισμό πτωχοί/πένητες ιδιαιτέρως σε αυτούς, για τους οποίους φροντίζουν τα φιλανθρωπικά ιδρύματα, αλλά και στους φορολογούμενους, ιδιαιτέρως των επαρχιών, που αδυνατούν να καταβάλλουν τους φόρους. Η έμφαση λοιπόν στην απόλυτη πτωχεία των αφηγηματικών πηγών θεωρείται σήμερα εν πολλοίς μία τεχνητή εικόνα· στην περίπτωση των πατερικών κειμένων του 4ου-5ου αι. στόχευσε στην ευαισθητοποίηση των φορέων της εξουσίας και του πλούτου έναντι του φαινομένου της φτώχειας, ενώ σε πηγές του 6ου αι. αντιπροσωπεύει μία «αριστοκρατική» αντίληψη για την περιστολή της διαφθοράς συγκεκριμένων ατόμων και ολόκληρων ομάδων.
Τα λεξικά της βυζαντινής εποχής προδίδουν τις λογοτεχνικές ικανότητες των συγγραφέων, πάντα επηρεασμένων από τους φιλοσόφους της αρχαιότητας και τους πατέρες της Εκκλησίας. Η πενία ανάγεται σε στωικό ιδανικό, γίνεται συχνά εθελούσια κατάσταση και συνεπάγεται αυτάρκεια, η οποία συνδέεται με την ευγένεια ως ηθικό χαρακτηριστικό. Η συγκεκριμένη κατάσταση συνδέθηκε τόσο με τα ανώτερα όσο και με τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Στο πλαίσιο αυτό η εργασία που εξυπηρετεί τη διαβίωση ενισχύθηκε στο χριστιανικό πλαίσιο, καθώς συνδέθηκε με την αποχή από την πολυτέλεια, την απλότητα και την ταπεινοσύνη, και υποστηρίχθηκε το δικαίωμα των πενήτων να διαβιούν αξιοπρεπώς με τα λίγα μέσα τους χωρίς να υφίστανται τη βία των «δυνατών». Αντιθέτως, ο πλούτος με τη συνακόλουθη πλεονεξία ενοχοποιήθηκε ως πηγή κάθε κακίας, από την αδιαφορία για τον συνάνθρωπο πένητα ως και τον πόλεμο. Ο πλούτος νομιμοποιείται μόνο εάν διατίθεται προς ανακούφιση των πτωχών. Έτσι, η κοινωνική εικόνα του πλουσίου ευεργέτη της πόλεως διαφοροποιήθηκε και ενισχύθηκε η εικόνα του τοπικού επισκόπου –και οι δύο διοχετεύουν πλέον τις ευεργεσίες τους προς την φιλανθρωπία, την οποία διαχειρίζεται κυρίως η εκκλησία. Ενισχύθηκε επίσης και ο ρόλος του αυτοκράτορα ως του μοναδικού προσώπου που μπορεί να υπερβεί και να παρακάμψει όλα τα εμπόδια και όλες τις εξουσίες των τοπικών αρχόντων προς την κατεύθυνση της δικαιοσύνης και της φιλανθρωπίας, εξέλιξη η οποία συμβαδίζει με την συγκεντροποίηση του κράτους αλλά και οδηγεί σε άμβλυνση των «κοινωνικών» διαφορών που κληρονομήθηκαν από την αυτοκρατορική Ρώμη.

Πηγές:
Αριστοτέλη Πολιτικά, 1265b.11· Αριστοτέλη Ρητορικά, 1369α.11-14· C.Th, 16.5.52, 54· Digesta, 48.2.10· Ησυχίου Λεξικόν, Π 1395· Σούδα, Π 967, 968.1.
Βιβλιογραφία:

Rilinger, Humiliores-honestiores· Patlagean, Pauvreté, 9-35, 377-381· Patlagean, La pauvreté à Byzance, 59-81· Patlagean, Les armes, 48-50· Brown, Poverty, 1-44· Freu, Les pauvres, 375-392· Mayer, Poverty and generosity, 140-158· Lemerle, Agrarian history, 95-96, 98· Kaplan, Les hommes et la terre, 368-371· Constantelos, Poverty, 10, 12-14· Durliat, Ville, 541-545· Yannopoulos, Société profane, 191-192, 197-213· Humfress, Civil law, 205-221· Holman, The hungry, 3-25, 31-63· Bronwen, ‘Blessed is poverty’, 143-156· Morris, The powerful and the poor, 17-27· Βυζαντινός κόσμος τ. 1, 294-295 (Morrisson).