Η παρακμή των πόλεων τον έκτο και έβδομο αιώνα

Χρονολογία: 6ος-7ος αι.

Πολλοί είναι οι παράγοντες που επηρέασαν την εξέλιξη των πόλεων και εδώ δεν μπορεί να γίνει αναλυτική παρουσίασή τους. Φυσικά φαινόμενα (ο λοιμός του 541/2, οι κατά τόπους σεισμοί) και πολεμικές αναστατώσεις (Άβαροι, Σλάβοι στα Βαλκάνια, Πέρσες και Άραβες στην Ανατολή) θεωρείται ότι οδήγησαν στην λεγόμενη «παρακμή» των πόλεων, υποδηλώνοντας ότι τα φαινόμενα που εκδηλώθηκαν ήταν τόσο βίαια και σαρωτικά, ώστε ήταν αδύνατον οι πόλεις να συνέλθουν από τα χτυπήματα που δέχθηκαν. Ωστόσο ήδη τον 6ο αι. είναι σαφές ότι οι περισσότερες πόλεις δεν διέθεταν πια την ικανότητα να επανέλθουν στην πρότερη κατάσταση ή να συντηρήσουν με άνεση την ίδια τους την ύπαρξη, όπως αυτή εκφράζεται στα πολυτελή δημόσια οικοδομήματα και τις υποδομές, και η ικανότητα αυτή είναι βεβαίως ανεξάρτητη από το μέγεθος των καταστροφών. Η αλλαγή στη θεσμική και πολιτισμική λειτουργία των πόλεων συντέλεσε ούτως ή άλλως στην αχρήστευση κτηρίων όπου παραδοσιακά συντελούνταν η διοικητική διαδικασία και η πολιτισμική λειτουργία, όπως τα βουλευτήρια, τα πρυτανεία, τα θέατρα και οι ιππόδρομοι. Η παρακμή που διαπιστώνεται στο υλικό επίπεδο λοιπόν είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτές τις εξελίξεις και η εγκατάλειψη των δημοσίων κτηρίων εκεί όπου δεν μαρτυρούνται καταστροφές εξηγείται μόνο από την ιστορική αχρήστευση του θεσμικού ρόλου των πόλεων. Αντιστρόφως, η ανέγερση εκκλησιών και θρησκευτικών ιδρυμάτων αυξάνεται, γεγονός που σηματοδοτεί την διοχέτευση οικονομικών πόρων του δημοσίου και των ιδιωτών προς αυτήν, αλλά και κατ’ επέκταση, τη μετάβαση του ανθρώπινου βίου από τον ανοιχτό και δημόσιο της αρχαιότητας προς μια εσωστρέφεια και εσωτερικότητα, πτυχές της οποίας ανιχνεύονται με ευκολία στις πηγές της περιόδου.
Η αδυναμία των πόλεων του 6ου αι. να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις οφείλεται κυρίως στην αφαίρεση της αρμοδιότητας της οικονομικής διαχείρισης από τα βουλευτήρια και τα όργανά τους. Η θεσμοθέτηση των βινδίκων (vindices) από τον Αναστάσιο Α΄ (491-518), αξιωματούχων που ήταν τυπικά υπεύθυνοι για τα εισοδήματα που κατέληγαν στο κράτος, είχε ως αποτέλεσμα ουσιαστικά την ανάληψη της οικονομικής διαχείρισης και των εισοδημάτων των πόλεων από αυτούς. Δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων των πόλεων από τα territoria κατασχέθηκε ήδη τον 4ο αι. προς όφελος του κράτους, η θεσμοθέτηση των βινδίκων επισφράγισε αυτή την εξέλιξη, εφόσον μάλιστα οι βίνδικες απλώς εξασφάλιζαν την ομαλή τροφοδότηση των κρατικών ταμείων από τις πόλεις. Στο πλαίσιο αυτό είναι συζητήσιμο πόσες –και ποιες– πόλεις διέθεταν ακόμα εισοδήματα τα οποία μπορούσαν να διαχειριστούν οι ίδιες, πόσο σημαντικά ήταν αυτά τα εισοδήματα, που αναφέρονται ως «χρήματα πολιτικὰ» στις Νεαρές του Ιουστινιανού Α΄, αλλά και μέχρι ποίου σημείου σημειώνονταν οι προστριβές για θέματα οικονομικής διαχείρισης μεταξύ βινδίκων ή άλλων αξιωματούχων της κεντρικής κυβέρνησης και «πατέρων πόλεων». Οι προτεραιότητες του αυτοκράτορα σχετικά με τις πόλεις αφορούσαν τρία βασικά ζητήματα: α) οι πόλεις να φροντίζουν τις υποδομές τους, ιδιαιτέρως την υδροδότηση, β) κανείς να μην έχει πρόσβαση στα «χρήματα πολιτικά» (αναφέρονται συγκεκριμένα οι κυβερνήτες των επαρχιών, υπάλληλοι από την Κωνσταντινούπολη και ιδιώτες της ίδιας της πόλεως –κτήτορες), και να μην αφαιρούνται από αυτήν δημόσιες γαίες και γ) η δικαιοσύνη να εξυπηρετείται όσο το δυνατόν καλύτερα σε τοπικό επίπεδο με τον θεσμό του «ἐκδίκου», που διέθετε κάθε πόλη.
Η διεκπεραίωση των υποθέσεων των πόλεων ήταν εξαρτημένη από τους βουλευτές, που θεωρητικά συνιστούσαν το ανώτερο κοινωνικό και οικονομικό στρώμα τους. Τον 6ο αι. όμως στις περισσότερες πόλεις οι βουλευτές δεν ανήκαν σε αυτή την κατηγορία, εφόσον οι ευπορότεροι κάτοικοί τους είχαν φροντίσει να απαλλαχθούν από αυτή την υπηρεσία με διάφορους τρόπους που προέβλεπε η νομοθεσία. Οι πηγές δείχνουν πως η εξουσία στις πόλεις τον 6ο αι. βρίσκεται στα χέρια των βινδίκων και των «πατέρων πόλεων»· τα βουλευτικά σώματα περιορίζονται αριθμητικά, έχουν ελάχιστες πραγματικές αρμοδιότητες, εξέλιξη που αντιστοιχεί στην κοινωνική υποβάθμιση των μελών τους. Οι διατάξεις του Ιουστινιανού Α΄ θεωρούν δεδομένη την ύπαρξη των βουλευτικών σωμάτων αλλά αναγνωρίζουν ότι τα βουλευτήρια ήταν πια ελάχιστα και προδίδουν τη δύσκολη οικονομική κατάσταση τόσο των πόλεων όσο και των βουλευτών. Όπως τονίζει ο Jones, δεν υπάρχει παράδειγμα συνεδρίασης τοπικών βουλευτηρίων στο Βυζάντιο την εποχή αυτή. Συνολικά, οι μαρτυρίες των πηγών, ιδιαιτέρως της νομοθεσίας του Ιουστινιανού Α΄, επιβεβαιώνονται από τα ανασκαφικά ευρήματα, τα οποία πιστοποιούν τη φυγή της επαρχιακής αριστοκρατίας προς τις επαρχίες. Οι πολυτελείς αστικές κατοικίες σταδιακά εγκαταλείπονται και καταλαμβάνονται από φτωχότερους κατοίκους, όχι σπάνια μέρος τους μετατρέπεται σε εργαστήρια.
Οι επιγραφές, που αποτελούσαν το κατεξοχήν μέσον δημοσιοποίησης των αποτελεσμάτων της διοικητικής διαδικασίας, επίσης κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο σχεδόν εξαφανίζονται από τις περισσότερες πόλεις –περισσότερες επιγραφές συνεχίζουν να βρίσκονται παρόλα αυτά στις πρωτεύουσες των επαρχιών. Κάποιου είδους θεσμική λειτουργία μαρτυρείται στις επιγραφές προς τιμήν των αρχόντων, δηλαδή συνήθως των πατέρων πόλεων (πολυάριθμα παραδείγματα προέρχονται από την Αφροδισιάδα της Μικράς Ασίας), ενώ επιγραφές διαφορετικών ομάδων επαγγελματιών που χρονολογούνται στον 6ο αι. φαίνεται να επιβεβαιώνουν πως η «τάξις» που διέπει την πόλη δεν έχει ξεχαστεί, συνεπώς η πόλις ακόμα γίνεται αντιληπτή ως οργανωμένο σύνολο, παρά το γεγονός ότι η θεσμική λειτουργία της είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη.

Πηγές:
CIC III, αρ. 17, 120.5-13, 25, 199.28-38, 128, 641.33-642.35, 149, 779.
Βιβλιογραφία:

Jones, LRE, 724-763· Laniado, Recherches, passim· Cameron, The Mediterranean world, 152-175· Ράγια, Η κοιλάδα του Μαιάνδρου, 83-97· Σαράντη, Καθημερινότητα, 75-84· Καραγιαννόπουλος, Ιστορία τ. Α΄, 487-489· Cormack, Byzantine Aphrodisias, 26-32· Ostrogorsky, Byzantine cities, 45-66· Λουγγής, Εξέλιξη, 35-67· Kazhdan-Cutler, Continuity, 439-441· Russel, Transformations, 137-154· Russel, Persian invasions, 51-71· Haldon, The idea of the town, 1-23· Curta, The making of the Slavs, 120-150· Brandes, Städte, 44-80, 176-188· Feissel, Épigraphie administrative, 121-132· Ellis, House and family, 247-262· Rapp-Drake, Polis-Imperium-Oikoumene, 6-11.