Κάστρα: "πόλεις" της μέσης βυζαντινής περιόδου

Χρονολογία: 7ος-10ος αι.

Ο χαρακτήρας των πόλεων κατά τη μεσοβυζαντινή εποχή ως ερευνητικό θέμα σχετίζεται τόσο με την αστική φυσιογνωμία κατά την πρωτοβυζαντινή εποχή όσο και με τον χαρακτήρα των ευρωπαϊκών πόλεων που από τον 12ο αι. γνωρίζουν σημαντική άνθηση. Θεωρήθηκε ότι οι πόλεις του μέσου Βυζαντίου αποτελούν το εξελικτικό στάδιο της παρακμής των πρωτοβυζαντινών πόλεων, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι πόλεις επιβιώνουν πια ως «κάστρα», και ότι δεν έχουν σχέση με την διάδοχη κατάσταση του μεσαίωνα, όπως αυτή είναι γνωστή από τις πόλεις-κάστρα της δυτικής Ευρώπης. Η θεωρία αυτή αποπροσανατόλισε σε σημαντικό βαθμό την έρευνα τόσο ως προς τη σημασία και το περιεχόμενο της πόλεως κατά την μεσοβυζαντινή εποχή όσο και ως προς την αρχαιολογική και ιστορική της εκτίμηση. Μόλις τα τελευταία χρόνια η έρευνα έχει διαχωρίσει πλήρως τις βυζαντινές πόλεις από το δυτικό μεσαιωνικό τους αντίστοιχο και έχει επικεντρωθεί τόσο στην ανακάλυψη του χαρακτήρα της πρωτοβυζαντινής πόλεως, αρχαιολογικά και ιστορικά (θεσμικά), όσο και στην αποτύπωση μιας όσο το δυνατόν λεπτομερέστερης εικόνας του οικιστικού δικτύου της αυτοκρατορίας κατά τη μεσοβυζαντινή εποχή.
Οι πόλεις του πρώιμου Βυζαντίου, προερχόμενες από τη μακρά παράδοση της αρχαιότητας, διέθεταν ισχυρά τείχη. Η συντήρηση των τειχών συνδέεται με μία σημαντική παράμετρο, την ευκολία υπεράσπισής τους στην περίπτωση άμυνας. Για τον λόγο αυτό, από τον 3ο αι. ήδη οι προελάσεις των Γότθων στην βαλκανική χερσόνησο προκάλεσαν την ανέγερση νέων τειχών. Αυτό συνέβη στην Αθήνα (3ος αι., όπου το παλαιό Θεμιστόκλειο τείχος επισκευάστηκε παράλληλα) και στην Κόρινθο (αρχές 5ου αι.), όπου ο νέος οχυρωματικός περίβολος περιέβαλε μόλις 1,5 τ. χλμ. της παλαιάς πόλης. Οι επαρχίες της βαλκανικής δέχθηκαν σοβαρά πλήγματα από εχθρούς καθ’ όλη την πρωτοβυζαντινή περίοδο (Γότθους, Ούννους, Αβάρους, Σλάβους), που προκάλεσαν ουσιαστική αλλαγή του αστικού τοπίου. Παρά το δίκτυο κάστρων και οχυρώσεων του Ιουστινιανού Α΄, τον 6ο και 7ο αι. πολλοί οικισμοί της βαλκανικής εγκαταλείφθηκαν, στις νότιες επαρχίες (π.χ. στην επαρχία Μακεδονίας Α΄ με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη) κατέφθασαν κύματα προσφύγων, όπως μαρτυρούν τα Θαύματα του Αγίου Δημητρίου, μαζί με ομάδες σλαβικών πληθυσμών· η συμμετοχή των επισκόπων των πόλεων των βαλκανικών επαρχιών έπεσε δραματικά στην Στ΄ Οικουμενική Σύνοδο (680/1), κάτι που πιστοποιείται ακόμα και για τις περιοχές που βρίσκονταν κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Παρόλα αυτά, ακόμα και αυτές οι εξελίξεις δεν νοούνται χωρίς την παράλληλη αλλαγή της λειτουργίας της πόλεως, η οποία είχε επίδραση στην βιωσιμότητά τους κατά την κρίσιμη περίοδο. Στη Μικρά Ασία οι ίδιες αναστατώσεις παρατηρούνται με κάποια καθυστέρηση, από τον 7ο αι. Αν και στις ανατολικές επαρχίες η παρουσία των στρατευμάτων ήταν ο καθοριστικός παράγοντας για την ανάπτυξη αστικών κέντρων όπως η Μελιτηνή και η Καισάρεια, οι δυτικές επαρχίες ιδιαιτέρως έζησαν παρατεταμένη περίοδο ειρήνης. Δεν είναι εύκολο να εκτιμηθεί με ακρίβεια η επίδραση της πανώλης του 541/2 στην οικιστική διάρθρωση των πόλεων, αλλά θεωρείται ότι οι πόλεις μετά την εισβολή των Περσών (614/5, 625/6) και τις επιθέσεις των Αράβων (ιδιαιτέρως μεταξύ 674-678 και 716-718) έχασαν τελειωτικά τον αστικό τους χαρακτήρα και μετατράπηκαν σε απλά «κάστρα».
Το κάστρο κατά τη μέση βυζαντινή εποχή είναι ο οχυρωματικός περίβολος μιας πόλεως. Η εμφάνιση και εξέλιξη των κάστρων ωστόσο δεν είναι ίδια παντού. Σε κάποιες πόλεις της Μικράς Ασίας, η πρώιμη μεσοβυζαντινή εποχή (7ος-8ος αι.) σηματοδοτεί την συρρίκνωση του αρχαίου εξωτερικού περιβόλου και επιπρόσθετα την οχύρωση του υψηλότερου σημείου της πόλεως, συνήθως της αρχαίας ακρόπολης ή του θεάτρου. Τέτοιες είναι π.χ. οι περιπτώσεις της Εφέσου (όπου όμως το «κάστρο» δημιουργήθηκε εκτός πόλεως, γύρω από τον ναό του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου) και της Μιλήτου. Σε άλλες πόλεις όμως δεν υπάρχει νέος οχυρωματικός περίβολος που να περιλαμβάνει μέρος της πόλης, αλλά σημειώνεται η ανέγερση φρουρίου στο υψηλότερο σημείο της (Αφροδισιάς, όπου οχυρώθηκε το θέατρο, Σάρδεις, όπου οχυρώθηκε η ακρόπολη). Η ανέγερση των κάστρων δεν σηματοδοτεί, τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο, την ταυτόχρονη εγκατάλειψη της «κάτω πόλης». Σε κάποιες περιπτώσεις ωστόσο γίνεται λόγος για την ύπαρξη μικρών οικισμών ανάμεσα στα ερείπια της αρχαίας πόλης, των οποίων η οργανική σχέση μεταξύ τους αλλά και με το κάστρο μένει ακόμα να διερευνηθεί, στην περίπτωση των Σάρδεων μάλιστα θεωρείται ότι ο κύριος οικισμός κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο εντοπίζεται εντός του κάστρου (μολονότι τα ερείπια που υπάρχουν εκεί χρονολογούνται στον 13ο και 14ο αι.). Άλλα κάστρα ωστόσο είναι εξαιρετικά μικρά και ο οικιστικός τους ρόλος δεν είναι εύκολο να διαπιστωθεί. Η αρχαιολογική έρευνα έχει φέρει στο φως όχι μόνο οικοδομήματα (π.χ. εκκλησίες και εργαστήρια) αλλά και αντικείμενα, εργαλεία, νομίσματα, σφραγίδες, που προέρχονται από τον παλαιό κατοικήσιμο χώρο της πόλεως και βρίσκονται εκτός του οχυρωμένου φρουρίου (ακροπόλεως ή οχυρωμένου θεάτρου). Ο παλαιός αστικός χώρος υπέστη σημαντικές αλλαγές ήδη τον 6ο αι. και κυρίως τον 7ο αι., οι σημαντικότερες των οποίων αφορούν την αλλαγή χρήσης των χώρων, που παλαιότερα αποτελούσαν το ζωτικό αστικό κέντρο των πόλεων. Πολλά κτήρια μετατράπηκαν σε εργαστήρια ή εκκλησίες, ή χωρίστηκαν για να στεγάσουν περισσότερες οικογένειες, η υδροδότηση γινόταν από δεξαμενές (όχι πια από αγωγούς), τα νεκροταφεία μεταφέρθηκαν εγγύτερα στον παλαιό «αστικό» πυρήνα της πόλης και το πολεοδομικό σχέδιο των πόλεων καταπατήθηκε. Δεν μπορεί να υποστηριχθεί λοιπόν ότι οι πόλεις εγκαταλείφθηκαν ολοκληρωτικά προς όφελος του οχυρωμένου κάστρου. Παρόλα αυτά σε ορισμένες περιπτώσεις, που σημειώνονται κυρίως στις ανατολικές μικρασιατικές επαρχίες όπου οι επιδρομές των Αράβων ήταν ετήσιο φαινόμενο, πολλές τοποθεσίες εγκαταλείφθηκαν και οι οικισμοί μεταφέρθηκαν σε φυσικά οχυρές τοποθεσίες για περισσότερη ασφάλεια. Για την εκτίμηση της εξέλιξης ωστόσο πρέπει να συνυπολογιστεί το γεγονός ότι στις επαρχίες αυτές η αστικοποίηση δεν ήταν ούτε υψηλή, ούτε είχε βαθιές ρίζες. Περίπου ίδια εξέλιξη παρατηρείται στον ελληνικό χώρο μεταξύ 6ου και 7ου αι., όπου όμως το πλούσιο γεωφυσικό ανάγλυφο επέτρεψε την ανάπτυξη ποικιλίας οικισμών, με ή χωρίς τείχη. Το αποτέλεσμα των επιθέσεων σε κάποιες περιπτώσεις πόλεων φανερώνεται ανάγλυφα στις ανασκαφές: σε δύο περιπτώσεις καταγεγραμμένες στις αφηγηματικές πηγές, του Περγάμου (716) και του Αμορίου (838), το επίπεδο κατοίκησης ήταν πολύ χαμηλό μετά τις καταστροφές.
Έτσι, μολονότι η επίδραση των πολέμων και η ανέγερση των κάστρων δεν αποδεικνύουν την εγκατάλειψη, το νέο τοπίο που σχηματίζεται στις επαρχίες μετά τον 7ο αι. συνάδει με τη διασπορά του πληθυσμού σε μικρούς αγροτικούς οικισμούς (χωρία), που περιγράφεται σε κείμενα όπως ο Νόμος Γεωργικός (8ος αι.). Το ζήτημα αυτό αναμένεται να διερευνηθεί περαιτέρω στο μέλλον καθώς η εικόνα αυτή –έλλειψης ή περιορισμένου αριθμού «πόλεων» σε αντίθεση με «οικιστική ανάπτυξη» σε μικρούς αγροτικούς οικισμούς έχει πιστοποιηθεί σε περιοχές όπως η Καππαδοκία, η Ισαυρία και η Λυκαονία, ήδη για πρωιμότερες του 7ου αι. εποχές. Παράλληλα, η ανέγερση των κάστρων πρέπει να θεωρηθεί όχι τόσο στο πλαίσιο της διαδοχής των αστικών οικισμών κατά την μεσοβυζαντινή περίοδο, αλλά στο πλαίσιο των θεμάτων και του στρατιωτικού ρόλου που είχαν τα κάστρα (εγκατάσταση φρουρών, κατόπτευση περασμάτων αλλά και ευρύτερων περιοχών) στις συνθήκες της εποχής, αλλά και στο πλαίσιο συγκεκριμένων κοινωνικών και οικονομικών μοντέλων. Τέτοιες προσεγγίσεις μπορούν να στραφούν στην ερμηνεία φαινομένων «φεουδαρχικού» τύπου σχέσεων σε ορισμένες περιοχές ή εποχές (π.χ. Καππαδοκία, Αρμενία) σε αντίθεση με την οικονομία που βασίζεται στη μικρή αγροτική εκμετάλλευση η οποία θεωρείται ότι ίσχυε στη δυτική Μικρά Ασία κατά τον 7ο, 8ο και 9ο αι.

Βιβλιογραφία:

Sanders, Corinth, 647-654· Foss – Ayer Scott, Sardis, 615-622· Reidt, Pergamon, 623-629· Ivison, Amorium, 25-59· Kazanaki-Lappa, Athens, 639-646· Saradi, Approaches, 25-45· Varinlioğlu, Rural habitat, 287-317· Decker, Frontier settlement, 238-266· Baird, Settlement expansion, 219-246· Μπούρας, Μεσοβυζαντινές πόλεις, 1-14· Cheynet, Aristocratie, 310-317· Saradi, Dissolution, 295-308· Σαράντη, Καθημερινότητα, 75-85· Foss, Persians, 721-747· Foss, Sardis, 11-22· Foss, Archaeology, 469-486· Foss, Ankara, 29-87· Cormack, Byzantine Aphrodisias, 26-41· Russel, Transformations, 137-154· Russel, Persian invasions, 41-71· Whittow, Recent research, 137-153· Ostrogorsky, Byzantine cities, 61-66· Haldon, The idea of the town, 1-23· Brandes, Byzantine cities, 25-57· Kazhdan, Polis and kastron, 345-360· Lightfoot, Survival, 56-71· Lightfoot, Public and domestic architecture, 303-309· Λαμπροπούλου et al., Συμβολή, 189-229· Curta, The making of the Slavs, 120-189· Brandes, Städte, 44-141· Carile, Efeso, 133-145.