Κατάλογοι πόλεων: Συνέκδημος και εκκλησιαστικά τακτικά

Χρονολογία: 6ος αι., 7ος-9ος αι.

Πέρα από τα φυσικά κατάλοιπα των πόλεων, που είναι περισσότερο ή λιγότερο εμφανή, οι «κατάλογοι πόλεων» όπως ο Συνέκδημος του Ιεροκλή και οι κατάλογοι πρωτοκαθεδρίας των επισκοπικών εδρών της αυτοκρατορίας αποτελούν σημαντικές μαρτυρίες για τον αριθμό των «πόλεων», καθώς μπορούν να συγκριθούν με τις μαρτυρίες τόσο των αρχαιότερων πηγών αλλά και με αυτές των αφηγηματικών πηγών του Βυζαντίου. Η σημασία των καταλόγων έγκειται στο γεγονός ότι σύμφωνα με παλαιό νόμο «ἑκάστη πόλις ἴδιον ἐπίσκοπον ἐχέτω», έτσι, ιδανικά, κάθε επισκοπή αποτελούσε πόλη, και κάθε πόλη επισκοπή. Οι κατάλογοι λοιπόν μπορούν να δώσουν έστω και σχηματικά μία εικόνα για την αστικοποίηση της αυτοκρατορίας.
Οι γενικοί κανόνες βέβαια δεν ακολουθούνται πάντα –ήδη στον νόμο που αναφέρθηκε περιλαμβάνονται δύο εξαιρέσεις–, ενώ με το πέρασμα του χρόνου οι εξελίξεις οι ίδιες τους καθιστούν απαρχαιωμένους. Αρκετές επαρχίες της αυτοκρατορίας παρουσίαζαν από την αρχαιότητα ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο αστικοποίησης και πιστοποιείται η διασπορά του πληθυσμού σε «κώμες» (δηλ. σε χωριά, π.χ. στη βόρεια Συρία, Ευφρατησία, Αρμενία, Καππαδοκία, Αραβία), ενώ η ίδια η κινητικότητα του πληθυσμού, π.χ. για τις ανάγκες της νομαδικής ζωής, δεν ευνοούσε την ανάπτυξη αστικού κέντρου. Έτσι, στις πηγές συχνά γίνεται λόγος για χωρεπίσκοπους, ενώ αντίθετα δεν είναι λίγες οι μαρτυρίες σε «κώμας» ή «χωρία», saltus (κλίματα) ή regio (ρεγεώνες, περιοχές). Η ορολογία αυτή σηματοδοτεί ευρείες περιοχές που χαρακτηρίζονται από έντονη αγροτοποίηση (π.χ. στην αρχαία Κιβυρράτιδα της Μικράς Ασίας) στις οποίες αναπτύχθηκαν διαφορετικά είδη οικισμών μικρότερων των πόλεων. Τον 6ο αι. δεν είναι πλέον βέβαιο πως τέτοιοι οικισμοί, με την ύψωσή τους σε καθεστώς πόλεως και της εκκλησίας τους σε επισκοπή αποτελούσαν «πόλη» με την τεχνική σημασία του όρου. Τέτοια περίπτωση φαίνεται πως ήταν η Μωκησός, η οποία αναφέρεται ως ρεγεών (regio) στον Συνέκδημο, αλλά αποτέλεσε μητρόπολη επί Ιουστινιανού Α΄. Η ανοικοδόμησή της περιλάμβανε την ανέγερση τειχών, ναών, ξενώνων και λουτρών, «καὶ ὅσα ἄλλα ἐνδείκνυται πόλιν εὐδαίμονα», αλλά ο Προκόπιος παραλείπει να αναφέρει τα διοικητικά κτήρια. Μία παλαιότερη πόλη στην ευρύτερη περιοχή ωστόσο, η Μελιτηνή, διέθετε τα «τῶν ἀρχῶν καταγώγια» εξαιτίας του ρόλου της για τον στρατό της Ανατολής. Τα παραδείγματα πολλαπλασιάζονται με μία εντατική επισκόπηση των πηγών, κυρίως των πρακτικών των συνόδων, των καταλόγων πόλεων ή επισκοπών αλλά και των επιγραφών. Τα Δίδυμα (Ιερόν) για παράδειγμα, στη δυτική ακτή της Μικράς Ασίας, έλαβαν επισκοπή αλλά φαίνεται πως δεν αποτέλεσαν ποτέ «πόλιν» με βουλευτήριο. Στην περίπτωση αυτή η ίδρυση της επισκοπής, πιθανώς στις αρχές του 6ου αι., αντικατοπτρίζει την αύξηση πληθυσμού της περιοχής.
Έτσι είναι σαφές πως ήδη από τον 6ο αι. το θεσμικό περιεχόμενο της πόλεως δεν είναι δεδομένο, και η αυτοδιοίκηση δεν πιστοποιείται εύκολα. Στη μεσοβυζαντινή εποχή και λόγω των σφοδρών στρατιωτικών αντιπαραθέσεων οικισμοί αναπτύχθηκαν με τη μορφή του κάστρου και προορίστηκαν να εξυπηρετήσουν κυρίως στρατιωτικούς σκοπούς. Οι αναστατώσεις που βιώνει η αυτοκρατορία (Άραβες στη Μικρά Ασία, Σλάβοι και Βούλγαροι στην Ελλάδα) τροποποιούν τον χάρτη, και αυτό είναι εμφανές από τα εκκλησιαστικά τακτικά της μεσοβυζαντινής εποχής: η εκκλησιαστική διοίκηση αλλάζει και προσαρμόζεται στη στρατιωτική διοίκηση εκεί όπου αυτό είναι απαραίτητο. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτέλεσε η δημιουργία της εκκλησιαστικής επαρχίας Δευτέρας Γαλατίας υπό τη μητρόπολη Αμορίου, πρωτεύουσας του πολυδύναμου θέματος των Ανατολικών, και η δημιουργία της νέας επαρχίας Ηπείρου Πρώτης υπό την μητρόπολη Κεφαλληνίας, η έκταση της οποίας φαίνεται πως ακολούθησε ακριβώς την έκταση του ομώνυμου ναυτικού θέματος γύρω από την Πελοπόννησο. Η εντύπωση που δίνουν οι κατάλογοι πρωτοκαθεδρίας των επισκοπικών εδρών λοιπόν κατά τη μέση βυζαντινή εποχή είναι αυτή της προσαρμογής στην πολιτικοστρατιωτική διοίκηση της μεσοβυζαντινής εποχής· ούτε ο νέος ρόλος της πόλεως εντός του στρατιωτικού συστήματος της μεσοβυζαντινής εποχής προϋποθέτει την θεσμική συνέχεια από το παρελθόν, ούτε η ύπαρξη της επισκοπής προεξοφλεί την ταύτιση με οικισμό που έχει τον χαρακτήρα της πόλεως. Αντιθέτως, οι πηγές δίνουν την εντύπωση της διασποράς του πληθυσμού στην αγροτική χώρα και όχι πλέον της συγκέντρωσης στα αστικά κέντρα. Οι ανασκαφές πιστοποιούν τόσο τη σταδιακή αγροτοποίηση των πόλεων, δηλαδή τη μεταφορά των αγροτικών και των βιοτεχνικών εγκαταστάσεων εντός του παλαιού αστικού ιστού, εξέλιξη που σημειώνεται ήδη από την πρωτοβυζαντινή εποχή ,όσο και την εγκατάσταση επισκοπών σε οικισμούς που δύσκολα μπορούσαν να χαρακτηριστούν πόλεις (π.χ. στην περίπτωση των οικισμών της δυτικής Ελλάδας).

Πηγές:
Συνέκδημος, passim· ACO IV.1, 100.4-8· Προκοπίου Περί κτισμάτων, 93.7, 158.14-25· Collectio tripartita, 1.3.35, 40.27-41.4.
Βιβλιογραφία:

Jones, LRE, 712-722, 874-879· Decker, Frontier Settlement, 238-249· Ράγια, Η κοιλάδα του Μαιάνδρου, 65-82, 146-150· Ράγια, Σημειώσεις, 506-508· Μπούρας, Μεσοβυζαντινές πόλεις, 1-14· Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία τ. Α΄, 57-58· Veikou, Settlement stories, 159-206· Russel, Transformations, 143· Ostrogorsky, Byzantine cities, 52-61· Koder, Urban character, 155-175· Koder, Παρατηρήσεις, 245-257· Haldon, The idea of the town, 10-13· Brandes, Byzantine cities, 41-44· Carile, Efeso, 137-138· Σβορώνος, Βυζαντινή επαρχία, 20-21.