Οι επιπτώσεις της "παρακμής" στην κοινωνία των πόλεων

Χρονολογία: 6ος-7ος αι.

Ιδανικά οι βουλευτές των πόλεων αποτελούσαν το ανώτερο κοινωνικό στρώμα τους, απαρτιζόμενο από γαιοκτήμονες. Η οικονομική δύναμη των βουλευτών ωστόσο διέφερε σημαντικά τόσο εντός των ίδιων βουλευτικών σωμάτων, όσο και μεταξύ πόλεων. Μέχρι τον 6ο αι. οι οικονομικά ισχυρότεροι γαιοκτήμονες είχαν φροντίσει να απαλλαγούν από τις βουλευτικές τους υποχρεώσεις. Τα βουλευτήρια παρακμάζουν θεσμικά, εφόσον τις ουσιαστικότερες αρμοδιότητές τους έχουν επωμιστεί οι «βίνδικες», οι «ἔκδικοι» και οι «πατέρες πόλεως». Οι βουλευτές, που αναγνωρίζονται ακόμα ως σώμα τον 6ο αι., ουσιαστικά δεν έχουν αρμοδιότητες, αλλά παρουσιάζουν έντονη κοινωνική κινητικότητα που περιγράφεται ανάγλυφα στις Νεαρές του Ιουστινιανού Α΄, καθώς καθ’ όλη την πρωτοβυζαντινή εποχή η πολιτεία προέβαινε σε σημαντικές υποχωρήσεις προκειμένου να υποβοηθήσει τα βουλευτικά σώματα. Η γενικότερη τάση της νομοθεσίας του Ιουστινιανού Α΄ είναι η πρόσδεση των βουλευτών στις πόλεις τους με διάφορους τρόπους (π.χ. αποδοχής βουλευτικής περιουσίας, περιορισμοί στη διάθεση βουλευτικών περιουσιών, νομιμοποίηση νόθων διαδόχων, περιορισμός της απαλλαγής στους «ἐμπράκτους» αξιωματούχους κλπ). Ήδη από τον 5ο αι. η εγκατάσταση των τιτλούχων στην επαρχία ενίσχυσε την διάκριση της αριθμητικά περιορισμένης ομάδας των πλουσιοτέρων γαιοκτημόνων, των «κτητόρων» (possessores), οι οποίοι μαζί με τον επίσκοπο καθίστανται υπεύθυνοι για την επιλογή των «πατέρων πόλεων» και των «ἐκδίκων». Οι παράλληλες αναφορές υποδηλώνουν ότι βουλευτές και κτήτορες αποτελούν πλέον διακριτές κοινωνικές ομάδες. Δεν προέκυψε ωστόσο ένα νέο σώμα, αλλά επιβεβαιώνεται από την εξέλιξη ότι τα βουλευτικά σώματα είχαν ουσιαστικά εξουθενωθεί κοινωνικά και οικονομικά στις τοπικές κοινωνίες. Παράλληλα, υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτό το στρώμα δεν βρισκόταν πάντα σε σύμπνοια και συνεννόηση με την «πόλιν» και τα θεσμικά της όργανα, στη διάκριση λοιπόν μεταξύ κτητόρων και βουλευτών δύνανται να υποκρύπτονται κοινωνικές εντάσεις. Συνολικά, οι πηγές του 6ου αι. υποδηλώνουν ενίσχυση της τάσης εξουδετέρωσης της μεσολαβητικής μεταξύ του κράτους και των υπηκόων ομάδας των βουλευτών. Φανερώνουν επίσης αμεσότερη επίβλεψη των επαρχιών, για την οποία καθίστανται υπεύθυνα άτομα με σημαντική κοινωνική επιρροή στις τοπικές κοινωνίες (επίσκοποι, κτήτορες, τιτλούχοι της αυλής). Βουλευτές (πολιτευόμενοι) αναφέρονται σε παπύρους του 8ου αι. εκτός της αυτοκρατορίας αλλά και στη νομοθεσία μέχρι και τον ύστερο 8ο αι. στην αυτοκρατορία. Πιθανώς λοιπόν μπορεί να γίνει λόγος για την επιβίωση της κοινωνικής διάκρισης, αλλά ο ρόλος των βουλευτών αυτή την εποχή παραμένει ασαφής.
Η παρακμή των βουλευτικών σωμάτων, που συμβαδίζει με την παρακμή της θεσμοθετημένης πόλεως, είχε επιπτώσεις και στη θέση άλλων ομάδων των πόλεων. Έχει επισημανθεί ότι η μετατόπιση του ευεργετισμού στους επισκόπους συνιστά στην πραγματικότητα αλλαγή του μοντέλου οικονομίας που ακολουθούνταν στις πόλεις. Αυτή η μετατόπιση όμως είναι μόνο ένα μέρος της συνολικής αλλαγής και ουσιαστικά εξηγεί μόνο την διοχέτευση των χρημάτων των ιδιωτών προς την εκκλησία, η οποία προέβαινε στη συνέχεια σε ευεργεσίες προς τους πτωχούς. Στην πραγματικότητα δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί το μέγεθος των ιδιωτικών επενδύσεων και δωρεών αυτή την εποχή. Ουσιαστικά, η κοινωνική υποβάθμιση των βουλευτών επιδρά καταλυτικά στον κοινωνικό ιστό των πόλεων: η πόλις διά των βουλευτών της δεν είναι πια ο εντολοδότης μιας σειράς εργασιών, έργων υποδομής, δημοσίων θεαμάτων και πολιτιστικών εκδηλώσεων, και η μείωση αυτών των δραστηριοτήτων είχε μακροπρόθεσμα καταστροφικές συνέπειες σε ευρείες κοινωνικές ομάδες οι οποίες συντηρούνταν από τον τρόπο ζωής της ύστερης αρχαιότητας, τον οποίο δεν μπορούσε μόνη να εκπληρώσει η ιδιωτική πρωτοβουλία και τον οποίο δεν ενδιαφερόταν να υποκαταστήσει η εκκλησία. Τέτοιες ομάδες αναφέρονται για παράδειγμα στο «Περί στρατηγίας» του 6ου αι. ως απαραίτητα συστατικά «μέρη» της ιδανικής «πολιτείας»: «τὸ τεχνικόν, τὸ ἐμπορικὸν, τὸ ὑλικὸν ἤτοι τὸ εἴδους παρεκτικόν». Για ανάγκες που ξεπερνούσαν τις οικονομικές δυνατότητες των πόλεων, και ανάγκες που συνήθως δεν χρηματοδοτούσε η εκκλησία, π.χ. την ανέγερση τειχών ή λουτρών, οι οικονομικά ισχυρότεροι ιδιώτες των πόλεων που συχνά ήταν τιτλούχοι της αυλής της Κωνσταντινούπολης, ήταν δυνατόν να μεσολαβήσουν ώστε η πόλη λάβει δωρεά από τον αυτοκράτορα. Τέτοια παραδείγματα ανιχνεύονται σχετικά εύκολα στις πηγές: ήδη το 487 μαρτυρείται ο κόμης των δομεστίκων και πρωτεύων της «Ἀρσινοειτῶν πόλεως» και ο Βίος του Θεοδώρου Συκεώνος καταγράφει το όνομα του πατέρος πόλεως της Νικομηδείας, σχολάριου Θεοδώρου. Άλλες ομάδες επηρεάστηκαν από τις μεμονωμένες αποφάσεις της κυβέρνησης ή των αξιωματούχων της, όπως π.χ. του Αλέξανδρου του Ψαλίδιου, που διοχέτευσε τα χρήματα που οι πόλεις της Ελλάδος διατηρούσαν για τους ιππικούς αγώνες στο κρατικό ταμείο και κατέσχεσε τους άρτους που μοίραζε η Εκκλησία της Ρώμης. Ένα παράλληλο παράδειγμα αντικρουόμενων συμφερόντων εντός των πόλεων αποκαλύπτει η έκκληση εκ μέρους των «κεκτημένων» (κτητόρων) της Αφροδισιάδος διά του πατέρος πόλεως Αριστοκράτη στον Ιουστινιανό Α΄: σύμφωνα με το διάταγμα που εξέδωσε ο αυτοκράτορας προς όφελος της πόλης, κάποιοι «τῶν ἐν δυνάμει» (δυνατοί) είχαν καταχραστεί τα κληροδοτήματά της, με αποτέλεσμα η πόλις να τελεί σε οικονομική δυσχέρεια. Ο Προκόπιος κατηγορεί ακόμα τον Ιουστινιανό Α΄ ότι έστρεψε προς το κρατικό ταμείο τα χρήματα που προορίζονταν για τις αμοιβές των ρητόρων και διδασκάλων. Δεν είναι σαφές αν τα μέτρα αυτά εφαρμόστηκαν καθολικά σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, οι ενδείξεις πάντως υποδεικνύουν ότι αυτή την εποχή τα οικονομικά των πόλεων περιορίστηκαν ακόμα περισσότερο. Παρόλα αυτά, ο ανώνυμος συγγραφέας του «Περί στρατηγίας» θεωρεί το «θεατρικὸν καὶ θυμελικόν» κομμάτι του πολιτισμού του 6ου αι. Από τη δυτική Μικρά Ασία ωστόσο προέρχεται το χρονολογημένο παράδειγμα θεάτρου που περιέπεσε σε αχρηστία: όταν, μετά προφανώς από μια περίοδο εγκατάλειψης, η σκηνή του θεάτρου της Αφροδισιάδος κατέρρευσε (τέλη 6ου-αρχές 7ου αι.), μία τοιχογραφία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ σηματοδότησε την αλλαγή της χρήσης του χώρου.
Τέλος, μέρος της κοινωνίας της πόλεως αποτελούσαν οι πτωχοί, που αποκαλούνται «ἄχρηστοι» ή «ἀργοὶ» στο Περὶ στρατηγίας. Το στρώμα αυτό δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμο ούτε στις πηγές ούτε στα αρχαιολογικά κατάλοιπα. Ο ανώνυμος συγγραφέας του Περὶ στρατηγίας σημειώνει ότι αυτοί που έχουν λάβει την επιστασία των αχρήστων (τοὺς ἐπιστατοῦντας) πρέπει να θεωρούν την εργασία τους «φιλοτιμίαν», επιβράβευση. Δεν διευκρινίζεται ωστόσο αν αυτοί προέρχονταν από τα βουλευτικά σώματα ή από τους κτήτορες των πόλεων, ούτε αν τα ιδρύματα που αναλάμβαναν την προστασία των αδυνάτων ήταν κρατικά ή εκκλησιαστικά.

Πηγές:
CIC III, αρ. 15, 38, 45, 89, 80, 160· Dennis, Three treatises, 10-18· Rehm, Inschriften, αρ. 341, 343· Βίος Θεοδώρου Συκεώνος, κεφ. 159.38-39· Burgmann, Novellen, 20.55.
Βιβλιογραφία:

Jones, LRE, 722-763· Laniado, Recherches, 92-102, 109-112· Cameron, The Mediterranean world, 152-175· Delmaire, Dignitaires laïcs, 150· Durliat, La fuite, 347-361· Foss, Nicomedia, 12· Dagron, Γέννηση, 188-195· Brown, Poverty, 1-44· Cormack, Byzantine Aphrodisias, 36-37· Kazhdan-Cutler, Continuity, 429-478· Trombley, Town and territorium, 222-224, 226-229· Brandes, Städte, 149-160· Cormack, Wall-painting, 109-122.