Τι είναι η πόλις;

Χρονολογία: 6ος αι.

Στην αρχαιότητα οι πόλεις ήταν μονάδες αυτοδιοίκησης, η οποία εξασφαλιζόταν με την ύπαρξη διοικητικών οργάνων (βουλή, πρυτανεία, αρχές) στα οποία συμμετείχαν οι «πολίτες». Ιδανικά οι πολίτες ήταν οι αυτόχθονοι ιδιοκτήτες γης· η ιδανική αυτή κατάσταση, ωστόσο, ήταν αδύνατον να διατηρηθεί για πολύ, και έτσι αναπόφευκτα η συμμετοχή στα όργανα και στις αρχές περιορίστηκε απλώς στους πλουσιότερους πολίτες.
Στο οικιστικό κέντρο της πόλεως συγκεντρώνεται η πολιτική, η οικονομική, κοινωνική και θρησκευτική ζωή μιας συγκεκριμένης περιφέρειας (territorium) η οποία της ανήκει. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή, η κεντρική εξουσία χρησιμοποίησε το θεσμό της πόλεως για την διευκόλυνση της διοικητικής διαδικασίας, κυρίως σε ό,τι αφορούσε τη συλλογή και απόδοση των φόρων και την απονομή της δικαιοσύνης, για τα οποία καθίσταντο υπόλογοι οι βουλευτές. Η ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και το πρώιμο Βυζάντιο αποτελούνταν ως επί το πλείστον από τέτοιες πόλεις, στις οποίες βασικό χαρακτηριστικό ανεξαιρέτως μεγέθους ήταν η ύπαρξη βουλής, του σώματος των αρχόντων δηλαδή, που προέρχονταν πια από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα.
Τον 4ο-5ο αι. οι πόλεις παρουσιάζουν την εικόνα σύνθετων οικισμών με την ύπαρξη πολυτελών κτηρίων (ανακτόρων, βιβλιοθηκών κλπ), δημοσίων εγκαταστάσεων (βουλευτηρίων, πρυτανείων, βασιλικών) και υποδομών (λουτρών, δεξαμενών-υδραγωγείων κλπ), αγορών, θεάτρων και ιπποδρόμων. Η εικόνα της πόλεως, άμεσα αντιληπτή και κυρίαρχη, συντελεί ώστε από τη βιβλιογραφία για τις βυζαντινές πόλεις να αναζητείται συνήθως στον ορισμό της η συνέχεια των εξωτερικών της χαρακτηριστικών. Έτσι, είναι πολυάριθμες οι μελέτες που αφορούν τις αλλαγές που υφίστανται οι πόλεις κυρίως τον 6ο και 7ο αι., και τη σταδιακή μετατροπή τους σε «κάστρα», που θεωρείται ότι συνθέτουν το τοπίο της μεσοβυζαντινής εποχής, ενώ οι μελέτες που θέτουν ως στόχο τη διερεύνηση του λειτουργικού χαρακτήρα των πόλεων κατά την μεταβατική περίοδο μεταξύ 6ου και 7ου αι. έχουν πολλαπλασιαστεί. Οι απόψεις διίστανται μεταξύ «συνέχειας», «παρακμής» και «μεταμόρφωσης».
Όλες οι πόλεις δεν ήταν ίδιες μεταξύ τους. Η διαφορετικότητα στην εξωτερική εικόνα όσο και στην εξέλιξη της καθεμιάς οφείλεται κυρίως σε οικονομικούς παράγοντες και στο μοντέλο άσκησης της οικονομίας, που εξαρτάται από την ευρύτερη τοποθέτηση στο χώρο και τις οικονομικές του δυνατότητες. Σε μεγάλη ανάπτυξη οδηγεί συνήθως η ύπαρξη λιμανιών, μεγάλων οδικών αξόνων, ποταμών ή εύφορων πεδιάδων (π.χ. Κόρινθος, Θεσσαλονίκη, Ρόδος, Έφεσος, Άγκυρα), ενώ οι πόλεις σε υψόμετρο δεν έχουν συνήθως την ίδια ανάπτυξη ούτε και την ίδια θεσμική διάρκεια. Αφενός λοιπόν διαφορετικά σε προέλευση και μέγεθος εισοδήματα εισρέουν στα ταμεία των πόλεων, αφετέρου η ευμάρεια των κατοίκων παρουσιάζει επίσης μεγάλη διαφοροποίηση από πόλη σε πόλη επειδή τα εισοδήματα των ιδιωτών εξαρτώνται από την αποδοτικότητα του εδάφους, δηλαδή του territorium και του είδους της οικονομίας που ασκείται σε κάθε πόλη (γεωργική, εμπορική/ναυτική, κτηνοτροφική, μεικτή). Η οικονομία μιας πόλεως είναι άμεσα συνυφασμένη με την εξωτερική της εικόνα, τόσο η ίδια η πόλις όσο και οι πλούσιοι ιδιώτες είναι οι χορηγοί ανέγερσης/επισκευής κτηρίων και θεαμάτων στο πλαίσιο του λεγόμενου «ευεργετισμού».
Η διοικητική διαδικασία επίσης ήταν ο σκοπός που εξυπηρέτησε η ίδρυση νέων πόλεων καθ’ όλη τη ρωμαϊκή και πρώιμη βυζαντινή εποχή. Οι νέοι συνοικισμοί δημιουργούνται εξαρχής ως πόλεις, δηλαδή ως αυτοδιοικούμενες μονάδες, ενώ σε άλλους, προϋπάρχοντες οικισμούς, (συνήθως σε κώμες), απονεμήθηκε καθεστώς «πόλεως», δηλαδή το λεγόμενο «δίκαιον πόλεως», για τους ίδιους λόγους. Η γεωμορφολογία του εδάφους, το κλίμα και η ενσωμάτωση στην αυτοκρατορία περιοχών που δεν διέθεταν την αστική παράδοση της Ελληνικής χερσονήσου ή της δυτικής Μικράς Ασίας, οδήγησαν στην ίδρυση με τη μέθοδο του συνοικισμού πολλών νέων πόλεων οι οποίες προορίστηκαν να διευκολύνουν διοικητικά, οικονομικά και στρατιωτικά την αυτοκρατορία (μεταξύ των οποίων ιδιαιτέρως στις επαρχίες της Παμφυλίας, Ισαυρίας και Θράκης). Η αυτοκρατορία προσπάθησε επίσης να εξομαλύνει τις διαφορές μεταξύ των πόλεων, καθώς κάποιες είχαν πολύ μεγάλη περιφέρεια, κάποιες πολύ μικρή, τόσο για να εξυπηρετήσει την οικονομία και τη διοίκηση, όσο και για να μπορούν οι νέες πόλεις να επιβιώσουν. Ωστόσο, η γεωμορφολογία του εδάφους και το υψόμετρο είχαν ως πρακτικό αποτέλεσμα η κατανομή των πόλεων σε κάποιες περιοχές να μην ευνοεί την ίδρυση και επιβίωση των πόλεων, επειδή απλώς η ικανότητα του χώρου να υποστηρίξει τη διαβίωση σημαντικού αστικού πληθυσμού ήταν περιορισμένη. Η ανάπτυξη της κτηνοτροφικής οικονομίας (που απαιτεί τη διάθεση μεγάλων εκτάσεων) σε επαρχίες όπως η Καππαδοκία και η Λυκαονία, που παρουσιάζουν τέτοια μορφολογία, συντέλεσε ώστε το επίπεδο αστικοποίησης των επαρχιών αυτών να παραμείνει χαμηλό καθ’ όλη την πρωτοβυζαντινή εποχή, παρά το γεγονός ότι σε αυτές τις επαρχίες έχει πιστοποιηθεί η διασπορά του πληθυσμού σε μικρούς οικισμούς (χωρία).
Οι βουλευτές, πολιτευόμενοι ή decuriones αποτελούσαν το ανώτερο κοινωνικό στρώμα των πόλεων, ουσιαστικά ήταν οι εκπρόσωποί τους προς την κεντρική διοίκηση της αυτοκρατορίας και ήταν υπόλογοι για την βασική λειτουργία της συλλογής των φόρων, μοιράζονταν μεταξύ τους τα καθήκοντα που αφορούσαν στην διοίκηση της πόλεως αλλά και συναγωνίζονταν μεταξύ τους για τις ευεργεσίες προς την πόλη και τον «δῆμον», δηλαδή τους γηγενείς κατοίκους της πόλεώς τους. Οι ευεργεσίες μπορεί να αφορούσαν την ανέγερση ή συντήρηση κτηρίων και μνημείων, συχνά έργων πολυδάπανων, αλλά και την διοργάνωση και χρηματοδότηση θεαμάτων στους ιπποδρόμους ή στα θέατρα (στη ρωμαϊκή εποχή munera municipalia). Πολύ συχνά ωστόσο ευεργέτες των πόλεων ήταν οι ίδιοι οι αυτοκράτορες, οι οποίοι με αυτόν τον τρόπο είτε διατηρούσαν τον σύνδεσμο με τις πόλεις που είχαν ιδρύσει οι ίδιοι είτε συνδέονταν με τη δυναστεία, τους προγόνους τους, τους θεούς που λατρεύονταν σε μία πόλη ή (στη βυζαντινή εποχή) με τις κοιτίδες της χριστιανικής θρησκείας (όπως π.χ. ο Κωνσταντίνος Α΄ και ο Ιουστινιανός Α΄ στα Ιεροσόλυμα και αλλού). Ουσιαστικά λοιπόν η αρχαία πόλις, με τις δραστηριότητες που αναπτύσσονταν εντός της και τις δυνατότητες που προσέφερε ως διοικητικό, οικονομικό και θρησκευτικό κέντρο, καθόριζε την ταυτότητα των πολιτών της. Η κατάσταση αυτή άλλαξε σταδιακά μέχρι τον 7ο αι.

Βιβλιογραφία:

Jones, LRE, 712-722, 734-737· Laniado, Recherches, 89-102, 109-112, 126-128· Saradi, Approaches, 25-45· Baird, Settlement expansion, 219-246· Ράγια, Η κοιλάδα του Μαιάνδρου, 85-90· Λουγγής, Εξέλιξη, 35-46· Koder, Παρατηρήσεις, 245-257· Haldon, The idea of the town, 1-23· Brandes, Byzantine cities, 25-36· Kazhdan, Polis and kastron, 345-360· Trombley, Town and territorium, 217-231· Cormack, The classical tradition, 103-118· Curta, The making of the Slavs, 120-150· Brandes, Städte, 23-43· Rapp, City and citizenship, 153-166· Rapp-Drake, Polis-Imperium-Oikoumene, 1-8· Σβορώνος, Βυζαντινή επαρχία, 19-20.