Κοινωνικές διαφοροποιήσεις μεταξύ στρατιωτών

Χρονολογία: 9ος-10ος αι.

Οι στρατιώτες αποτελούσαν την πολυπληθέστερη ομάδα μισθοδοτούμενων του βυζαντινού δημοσίου τομέα. Εντός του στρατού υπήρχαν σημαντικές διαφοροποιήσεις, οι οποίες ανιχνεύονται κυρίως στο ύψος των απολαβών τους. Η πολιτεία βέβαια τείνει να τους αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο τουλάχιστον μέχρι τον 10ο αι.· γενικά η θέση των στρατιωτών καθορίζεται στο περιβάλλον της επαρχίας και μάλιστα –στη μεσοβυζαντινή εποχή- της κοινότητας χωρίου, με τα μέλη της οποίας συγκρίνεται. Η απολαβή μισθών, που κυμαινόταν ανάλογα με το σώμα στο οποίο υπηρετούσε κανείς (από δύο ως πέντε ή έξι νομίσματα με τα δεδομένα του 10ου αι.), το μερίδιο στα λάφυρα, οι φορολογικές απαλλαγές και η ιδιαίτερη μεταχείριση αυτής της ομάδας από τη νομοθεσία, συντελούσαν ώστε να βρίσκονται σε καλύτερη θέση από τους χωρίτες. Έτσι, η κοινωνική τους θέση έχει άμεση σχέση με την οικονομική τους κατάσταση και δεν συγκρίνεται με τη θέση του απλού γεωργού. Στον Κώδικα του Ιουστινιανού Α΄ ιδιαιτέρως αναγνωρίζεται ότι οι στρατιώτες, και λόγω της εξοικείωσής τους με τα όπλα, μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την ισχύ τους κατά των γειτόνων τους.
Τον 6ο αι. ο Προκόπιος αντιλαμβανόταν γενικά τους στρατιώτες ως ενδιάμεση ομάδα με σημαντικό κοινωνικό ρόλο, αυτόν της διάχυσης του πλούτου, από την κορυφή ως τα κατώτερα κοινωνικά σώματα, και με αυτή την έννοια τους αποδίδει την θέση των «εὐσεβούντων» στις τοπικές κοινωνίες, ιδιαίτερα μετά την αποχώρησή τους από το στρατό. Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι λάμβαναν ετήσιο μισθό σε χρήμα και σε είδος και είχαν επιπλέον περιοδικές απολαβές (οι συνηθέστερες με τη μορφή των donativae, επετειακές δωρεές από τον αυτοκράτορα), πρόνοια για τους κληρονόμους τους κλπ. Η διεκδίκηση των συνήθων προνομίων των στρατιωτών, που δεν μαρτυρείται σπάνια στις πηγές του 6ου αι. (όπως φαίνεται από το επεισόδιο του Πρόκλου και τις επαναστάσεις των στρατιωτών επί Μαυρικίου), θέτει υπό αμφισβήτηση σε ποιο σημείο αυτά τα προνόμια συνέχιζαν να υφίστανται με τη μορφή που είναι γνωστά. Επίσης δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί η πραγματική οικονομική ισχύς των στρατιωτών, το μέγεθος της έγγειας ιδιοκτησίας τους, αν είχαν, κλπ.
Στη μέση βυζαντινή εποχή οι πληροφορίες είναι πιο σαφείς. Οι νόμοι που περιλαμβάνονται στην Εκλογή (8ος αι.) αφορούν το αστικό δίκαιο και είναι προφανής η προστασία του στρατιώτη και των περιουσιακών στοιχείων που απέκτησε λόγω υπηρεσίας (ῥόγα, φιλοτιμίαι, σολέμνια και σκῦλα), όσο και η σύνδεσή του με τον «οἶκον» που τον συντηρεί. Οι διαφοροποιήσεις όμως μεταξύ στρατιωτών ήταν κατά τα φαινόμενα μεγάλες, και προέκυπταν τόσο από τη χρονική διαφορά υπηρεσίας, όσο και από το είδος της υπηρεσίας και τη θέση εντός του στρατεύματος. Έτσι, ενώ συνάγεται από τους νόμους ότι ο οίκος περιλαμβάνει περισσότερους ανθρώπους οι οποίοι είναι σε θέση να ασχολούνται με τις οικονομικές τους δραστηριότητες κατά την απουσία του στρατιώτη, περίπου σύγχρονες πηγές κάνουν λόγο για στρατιώτες «πένητες» ή «πτωχοὺς» που εκστρατεύουν με δικά τους έξοδα, «ἰδίοις ὀψωνίοις». Οι πηγές αποκαλύπτουν τόσο την καλή οικονομική κατάσταση κάποιων στρατιωτών, όσο και την κακή κατάσταση άλλων, που συχνά αφορά την αδυναμία συντήρησης του πολεμικού ίππου. Η επιμονή των αφηγηματικών πηγών σε αυτό το θέμα, μολονότι στα όρια του λογοτεχνικού τόπου, υποδηλώνει ότι η προνομιακή μεταχείριση από το κράτος δεν εξασφάλιζε πάντα τις ουσιώδεις υποχρεώσεις των στρατιωτών απέναντι στη στρατεία τους. Αντιλαμβάνεται κανείς για ποιο λόγο ήταν τόσο σημαντική η δωρεά δέκα πολεμικών ίππων στους πένητες, προφανώς στρατιώτες, από τον όσιο Αντώνιο το νέο.
Δεν υπάρχει απολύτως κανένας τρόπος να υπολογιστεί το μέγεθος της έγγειας ιδιοκτησίας που μπορούσαν να έχουν οι στρατιώτες πριν τις γνωστές Νεαρές του 10ου αι. Ακόμα και τότε όμως, παρά το γεγονός ότι θεσμοθετείται το χαμηλότερο επιτρεπόμενο μέγεθος ιδιοκτησίας, οι ίδιες οι Νεαρές αντιφάσκουν. Η εντύπωση που αναπαράγουν οι νόμοι αυτοί είναι ότι οι στρατιώτες ήταν περίπου μεγαλογαιοκτήμονες, αφού οι ιδανικές εκτάσεις που έπρεπε να κατέχουν για να μπορούν να εξυπηρετούν οικονομικά τη στρατεία τους ήταν σύμφωνα με τους νόμους οι παρακάτω:
Για τους στρατιώτες των ιππικών θεμάτων και των τριών μεγάλων ναυτικών θεμάτων, Αιγαίου Πελάγους, Κιβυρραιωτών, και Σάμου, γη πρώτης ποιότητας αξίας τεσσάρων λιτρών χρυσού· αυτό σήμαινε ότι κάθε στρατιώτης έπρεπε να έχει γη πρώτης ποιότητας 288 μοδίων (η έκταση ενός μοδίου κυμαίνεται μεταξύ 888 και 1280 τ.μ.), ή γη δεύτερης ποιότητας 576 μοδίων ή γη τρίτης ποιότητας έκτασης 864 μοδίων. Οι στρατιώτες του βασιλικού πλωίμου έπρεπε να κατέχουν γη πρώτης ποιότητας αξίας δύο λιτρών (144 μοδίων). Το 963/4 ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Β΄ Φωκάς θέσπισε ότι η ποσότητα γης των βαριά οπλισμένων ιππέων έπρεπε να διατηρείται στις 12 λίτρες τουλάχιστον (864 μόδιοι γης πρώτης ποιότητας).
Βέβαια, οι εκτάσεις που κατείχε κανείς συνήθως δεν αποτελούνταν από γη μόνο μίας ποιότητας, ήταν μεικτές, συνεπώς, τουλάχιστον θεωρητικά, ανάλογα προσαρμόζονταν και τα μεγέθη. Κάποιοι στρατιώτες λοιπόν ήταν πιθανώς αρκετά εύποροι, αν όχι πλούσιοι. Έτσι, οι γονείς του οσίου Λουκά του στυλίτη ήταν σε θέση να παρέχουν στον όσιο έτοιμα εκατό χρυσά νομίσματα, τα οποία αυτός διέθεσε στη συνέχεια σε φιλανθρωπίες. Η άποψη του αυτοκράτορα Λέοντος Στ΄, την οποία εξέφρασε στα Τακτικά του, ήταν ότι ένας στρατιώτης έπρεπε να είναι αρκετά εύπορος ώστε να είναι σε θέση να εκπληρώσει τα καθήκοντά του. Οι νόμοι αναγνωρίζουν ότι οι απλοί στρατιώτες, όπως και οι «ἀστράτευτοι πολιτικοὶ» οίκοι είναι «ὀλίγον ὑποβεβηκότες» συγκριτικά με τους Σχολαρίους. Στη συνέχεια όμως οι Σχολάριοι μπαίνουν στην ομάδα των «δυνατῶν» και οι στρατιώτες αναφέρονται ως «στρατιωτικὰ πρόσωπα», δηλαδή διαθέτουν κοινωνική και οικονομική ισχύ (947). Διακρίνονται ωστόσο μεταξύ «εὐπόρων/εὐπορωτέρων» και «ἀπόρων/ἀπορωτέρων». Οι νόμοι αναγνωρίζουν αυτούς που έχουν περιουσία «πολλῶν ἀκινήτων» αλλά και αυτούς που είναι εντελώς «ἐπιδεεῖς» ή «ἀπορώτεροι». Για τους ευπαθείς στρατιώτες άλλωστε το βυζαντινό κράτος ακολουθούσε συγκεκριμένες πρακτικές που αναφέρονται στη Νεαρά του Κωνσταντίνου Ζ΄ (το σύστημα των «συνδοτῶν» και της «ἀδωρείας»). Οι αξιωματικοί (οι «ἄρχειν τοῦ στρατοῦ») εκμεταλλεύονταν την εξουσία τους προς τους απλούς στρατιώτες και εφάρμοζαν τις μεθόδους των «δυνατῶν».
Οι Νεαρές ακόμα κάνουν λόγο για μετατροπή στρατιωτών σε παροίκους και για την είσοδό τους στην υπηρεσία ιδιωτικών «προσώπων» είτε με τη θέλησή τους είτε επειδή είχαν περιέλθει «εἰς ἐσχάτην ἀπορίαν». Πίσω από αυτές τις εξελίξεις ωστόσο διακρίνεται ήδη η τάση για την αποφυγή της στρατιωτικής υπηρεσίας, η οποία για τους στρατιώτες ήταν πάντα μία επιλογή μέσω του απαργυρισμού της στρατείας. Η μέθοδος αυτή γενικεύτηκε τον 11ο αι., οπότε και κατεβλήθη προσπάθεια αντιστροφής του ισχύοντος συστήματος και μετατροπής της στρατείας σε φόρο, με στόχο την στράτευση επαγγελματιών. Το μέτρο έγινε δύσκολα δεκτό σε κάποιες περιοχές, εφόσον συνεπαγόταν την μετατροπή των στρατιωτών σε φορολογούμενους πολίτες, αλλά φαίνεται ότι σε κάποιες άλλες (π.χ. στο θέμα Θρακησίων και στο θέμα Πελοποννήσου που αυτή την εποχή παρουσιάζουν μεγάλη ανάπτυξη) ήταν μία συνηθισμένη πρακτική. Στο β΄ ήμισυ του 11ου αι. η διαδικασία αυτή είχε συντελεστεί σταδιακά σε όλα τα θέματα, ο πυρήνας των οποίων αποτελούνταν πια από επαγγελματίες στρατιώτες που τελούσαν υπό τις διαταγές δούκα (αντί στρατηγού).

Πηγές:
Svoronos, Novelles, αρ. 4.Δ1, 5, 6.3, 7, 9, 10, 11Β1· Βίος Αντωνίου του νέου, 195-197· Βίος Λουκά στυλίτη, 201.14-22, 202.24-31.
Βιβλιογραφία:

Βυζαντινός κόσμος τ. 2, 276-277, 279-281 (Cheynet)· Haldon, Warfare, 259-260, 262-263· Treadgold, Byzantium, 119-141, 171-179· Kaplan, Les hommes et la terre, 237-255· Haldon, Recruitment, 41-64· Morrisson-Cheynet, Prices and Wages, 861· Oikonomides, Provincial recruits, 121-136· Κόλιας, Η θέση του στρατιωτικού, 13-29· Κόλιας, Νικηφόρος Β΄, 37-56· Haldon, Theory and practice, 245, 247-252· Karayannopoulos, Entstehung, 79-81· Lemerle, Agrarian history, 115-156· Ahrweiler, Recherches, 5-19· Kaplan, La place des soldats, 45-55· Γρηγορίου-Ιωαννίδου, Στρατολογία, 19-30, 68-80· Dagron-Mihăescu, Traité, 260-272· Morris, The powerful and the poor, 12, 24-26· Βυζαντινός κόσμος τ. 2, 275-278, 279-281 (Cheynet).