Στρατιώτες και γαιοκτήμονες στη μέση βυζαντινή εποχή

Χρονολογία: 7ος-9ος αι.

Η σύλληψη της εξιδανικευμένης έννοιας του «γεωργού-στρατιώτη» των θεμάτων από τους ερευνητές οδήγησε στην σύλληψη για τις εξιδανικευμένες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν στη μέση βυζαντινή εποχή (από τον 7ο ως τον 10ο αι.). Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία σχηματίστηκε στην αυτοκρατορία ένας «εθνικός» στρατός του οποίου οι στρατιώτες ιδανικά καλλιεργούσαν τις μεσαίου μεγέθους ιδιοκτησίες τους και υπερασπίζονταν επιτυχώς τα εδάφη τους από τις επιδρομές των εχθρών, ιδιαίτερα στα μικρασιατικά εδάφη, ενώ ο θεσμός συμβάδιζε με την ύπαρξη της μικρής και ελεύθερης έγγειας ιδιοκτησίας και την σχεδόν πλήρη απουσία της μεγάλης ιδιοκτησίας, ως εκ τούτου και της αριστοκρατίας. Το φαινόμενο του γεωργού-στρατιώτη αποτελεί συστατικό στοιχείο του θεσμού των θεμάτων, κι έτσι εμπλέκεται σε αυτό το πρόβλημα και η ίδια η ίδρυση των θεμάτων, που μία μερίδα επιστημόνων τοποθέτησε στην εποχή του αυτοκράτορα Ηρακλείου (610-641). Η κριτική που ασκήθηκε στη θεωρία εντοπίζει ως βασικό πρόβλημα το γεγονός ότι δεν ανιχνεύεται σύνδεση μεταξύ της έγγειας ιδιοκτησίας και των ίδιων των στρατιωτών πριν τον 10ο αι., οπότε και οι σχετικές Νεαρές των Μακεδόνων αυτοκρατόρων νομοθετούν για την διατήρηση συγκεκριμένης γαιοκτησίας που συντηρεί τα έξοδα της «στρατείας», δηλαδή συνδέουν πλέον την υποχρέωση στράτευσης με την διατήρηση των λεγομένων στις πηγές «στρατιωτικών κτημάτων». Με άλλα λόγια, υπάρχουν δύο κενά στην πληροφόρηση των πηγών, που αφορούν το πρώτο την απολαβή αποζημιώσεων και εξοπλισμού, που δεν ισχύει στην μεσοβυζαντινή εποχή, και το δεύτερο τη γαιοκατοχή ως απαραίτητη προϋπόθεση αυτοχρηματοδότησης του στρατιώτη, που δεν ίσχυε στην πρωτοβυζαντινή εποχή.
Πρέπει αρχικά να υπογραμμιστεί ότι δεν υπήρξε κανενός είδους μεταρρύθμιση στη μέση βυζαντινή εποχή που να αφορά τα «στρατιωτικά κτήματα», ούτε ευρεία διανομή γαιών σε μεγάλες πληθυσμιακές ή κοινωνικές ομάδες, μολονότι το κράτος χρησιμοποιεί συστηματικά τη μέθοδο της μετοίκισης ή εγκατάστασης νέων πληθυσμών σε ερημωμένες περιοχές για λόγους πολιτικής και συγκεκριμένα ενίσχυσης περιφερειών ή στρατιωτικών σωμάτων. Μια μεταρρύθμιση, ή έστω η μαζική εφαρμογή ενός συγκεκριμένου μέτρου, θα σημειωνόταν οπωσδήποτε από τις λιγοστές πηγές που διαθέτουμε, ωστόσο οι πηγές γενικά σιωπούν. Από την άλλη, είναι σαφές ότι το κράτος αντιλαμβάνεται την υποχρέωση στράτευσης ως προσωπική υποχρέωση, ενώ ταυτόχρονα η απονομή συγκεκριμένων προνομίων για τις ιδιοκτησίες των απόμαχων στρατιωτικών είναι μία μέθοδος γνωστή από την πρωτοβυζαντινή εποχή. Και οι δύο αυτές όψεις της στρατείας/υποχρέωσης στράτευσης είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανιχνευθούν πριν τον 10ο αι., στην ουσία ωστόσο δεν φαίνεται να μεσολάβησαν σημαντικές αλλαγές στο ισχύον καθεστώς, εκτός ίσως από την διεύρυνση των ισχυόντων διατάξεων ώστε να αφορούν μεγαλύτερες ομάδες.
Η Εκλογή των Ισαύρων (8ος αι.) διασώζει μία σειρά νόμων που αφορούν την διάθεση της περιουσίας που αποκτήθηκε εν υπηρεσία από έναν στρατιώτη που διαμένει στον οικογενειακό του «οἶκον». Οι νόμοι δείχνουν σαφώς πως η περιουσία του στρατιώτη συνυπολογίζεται μαζί με τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία του οίκου ή της «γονικῆς ὑποστάσεως», δηλαδή της περιουσίας που κληροδοτείται, οπότε προβλέπονται ειδικές περιπτώσεις για την διάθεσή της σε περίπτωση ύπαρξης ή μη διαθήκης του ιδιοκτήτη ή συμβολαίου μεταξύ των νομέων ή κληρονόμων του οίκου. Μολονότι δεν γίνεται άμεση αναφορά στην ύπαρξη εγγείου ιδιοκτησίας, η αναφορά του οίκου και της γονικής περιουσίας υποδηλώνει την ύπαρξη ιδιοκτησίας, στην οποία καταλογίζονται τα κέρδη της υπηρεσίας υπό τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις που αναφέρουν οι νόμοι, αλλά και τα έξοδα της στρατείας − διατροφή, ένδυση, εξοπλισμός−, για τα οποία πρέπει να αποζημιώνονται οι συγκληρονόμοι/συνιδιοκτήτες. Η ερμηνεία αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνεται τόσο από τη Χρονογραφία του Θεοφάνη (αρχές 9ου αι.), ο οποίος επίσης αναφέρει τις «ὑποστάσεις» και τα «γονικά», και από τα Τακτικά του Λέοντος Στ΄ (αρχές 10ου αι.). Οι στρατιώτες ήταν υποχρεωμένοι να στρατεύονται «ἰδίοις ὀψωνίοις», δηλαδή με έξοδα δικά τους, ο οίκος όμως διατηρεί υποστηρικτικό ρόλο, ώστε ο στρατιώτης να είναι απερίσπαστος από βιοτικές μέριμνες. Το κράτος νομοθετεί συγκεκριμένα για την κατοχή συγκεκριμένης έκτασης γης από τους στρατιώτες (ιππικό και ναυτικό) μόλις τον 10ο αι. Μολονότι όμως ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ αναφέρει ότι νομοθετεί σύμφωνα με την παράδοση, δεν εντοπίζονται συγκεκριμένες διατάξεις που συνδέουν τη στράτευση με συγκεκριμένες εκτάσεις γης, εκτός από τις διατάξεις της Εκλογής, οι οποίες φανερά συνδέουν γενικά τη στράτευση με τον οίκο.
Έτσι φαίνεται πως στη μέση βυζαντινή εποχή οι στρατιώτες για τους οποίους γίνεται λόγος στις πηγές είναι ήδη ιδιοκτήτες, είτε ως κύριοι είτε ως συνιδιοκτήτες των περιουσιακών τους στοιχείων, κινητών ή και ακινήτων, και συνεισφέρουν αλλά και επιβαρύνουν το εισόδημα του οίκου. Οι ίδιες πηγές μας πληροφορούν πως οι στρατιώτες αναμενόταν να λάβουν κατά περίπτωση «ῥόγα», δηλαδή μισθό, «ἀπὸ βασιλικῆς χειρὸς», δηλαδή από το κρατικό ταμείο (έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι καταβαλλόταν εκ περιτροπής στους στρατιώτες των θεμάτων), αλλά και «ἀννόνα», ποσότητες σε είδος για τους ίδιους και για τον πολεμικό τους ίππο (σιτάρι, κριθάρι), μερίδιο από τα λάφυρα αλλά και βραβεία (φιλοτιμίαι, σολέμνια). Μολονότι λοιπόν οι πληροφορίες δεν συμπληρώνουν η μία την άλλη κατ’ απόλυτο τρόπο και υπάρχουν αρκετά κενά, φαίνεται αφενός ότι η υποχρέωση στράτευσης παραμένει προσωπική (συνεπώς διατηρείται η υποχρέωση αναπλήρωσής της σε περίπτωση αδυναμίας), αφετέρου ότι συνδέεται με τον οίκο ως οικονομική μονάδα, «νοικοκυριό», δηλαδή ως μια δομή οικονομικού χαρακτήρα όπου καταλογίζονται τα κέρδη και τα έξοδα υπό προϋποθέσεις. Έτσι, τον 10ο αι. πλέον γίνεται λόγος για τα στρατιωτικά κτήματα τα οποία υπήχθησαν σε συγκεκριμένες ρυθμίσεις στο πλαίσιο των μέτρων της κυβέρνησης εναντίον των δυνατών.

Πηγές:
Εκλογή, 220-224· Svoronos, Novelles, αρ. 5· Βίος Ευθυμίου του νέου, 16.26-31, 18-19· Βίος Φιλαρέτου, 72.223-74.247· Βίος Λουκά Στυλίτη, 201.14-22· De Cerimoniis, 493.20-494.7· Τακτικά Λέοντος Στ΄, 46.5-14.
Βιβλιογραφία:

Oikonomides, Provincial recruits, 121-136· Βυζαντινός κόσμος τ. 2, 275-277 (Cheynet)· Haldon, Warfare, 239, 259-260, 263-264· Haldon, Recruitement, 41-81· Simon, Hausgemeinschaftsverträge, 94-100· Kaplan, Les hommes et la terre, 232-235, 244-266· Hendy, Studies, 634-640, 648-651· Treadgold, Byzantium, 21-27, 119-141, 156-157, 169, 171-179, 181· Karayannopoulos, Entstehung, 71-78· Κόλιας, Η θέση του στρατιωτικού, 19-29· Lemerle, Agrarian history, 115-156· Ahrweiler, Recherches, 10-16· Yannopoulos, Société profane, 133-144· Γρηγορίου-Ιωαννίδου, Στρατολογία, 31-54, 55-81· Ostrogorsky, Ιστορία τ. Α΄, 163-165· Patlagean, Ελληνικός μεσαίωνας, 273-276· Patlagean, L’impôt, 303-309· Patlagean, Les armes, 40-44· Górecki, Strateia, 157-176· Lilie, Reform, 190-201· Βυζαντινός κόσμος τ. 2, 275-277 (Cheynet)· Toynbee, Porphyrogenitus, 134-145.