Σχολάριοι και στρατιώτες του ταγματικού στρατού

Χρονολογία: 10ος αι.

Ο Προκόπιος τον 6ο αι. χαρακτηρίζει δομέστικους και προτήκτορες «πολὺ ἀξιωτέρους», τους αποδίδει με άλλα λόγια αξίωμα (ἀξία) εφόσον ανήκαν στα σώματα των ανακτορικών φρουρών, συνδέοντας την θέση τους με την οικονομική τους ισχύ. Τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, το αξίωμα και τα χρήματα, τους κατέτασσαν αυτόματα στα «πρόσωπα», δηλαδή μεταξύ αυτών με υπολογίσιμη κοινωνική ισχύ. Στην ίδια περίπου κατηγορία, μολονότι κατά τον Προκόπιο κατά τι κατώτεροι κοινωνικά επειδή ήταν πολυάριθμοι, βρίσκονταν και οι στρατιώτες των Σχολών. Την εποχή αυτή το αντίτιμο της εξαγοράς μιας θέσης στα σώματα αυτά καθιστούσε τις ανακτορικές φρουρές απρόσιτες για τις οικογένειες μικρού ή μέσου εισοδήματος και προϋπέθετε σημαντική οικονομική άνεση. Η πώληση των θέσεων είχε βέβαια ως αποτέλεσμα την εξουδετέρωση του αξιόμαχου των σωμάτων, τη διατήρηση των φρουρών για λόγους τιμητικούς αλλά και την εγκατάσταση και ενσωμάτωση των στρατιωτών στις τοπικές κοινωνίες. Οι επιτύμβιες επιγραφές της Μικράς Ασίας επιβεβαιώνουν την κοινωνική διάκριση των Σχολαρίων για τον 6ο αι. και οι αφηγηματικές πηγές αποδεικνύουν πως ήταν δυνατόν να ασκούν κανονικά κάποιο επάγγελμα. Στο Βίο του Θεοδώρου Συκεώνος αναφέρεται μάλιστα ένας σχολάριος ως «πατήρ πόλεως», πιθανώς της Νικομήδειας.
Στη μέση βυζαντινή εποχή ο όρος Σχολάριοι ανταποκρίνεται τόσο στο συγκεκριμένο σώμα των Σχολών όσο και στα ταγματικά σώματα γενικότερα, συνεπώς οι ρυθμίσεις αφορούν τους στρατιώτες όλων των σωμάτων που γενικά ονομάζονται είτε «Σχολές» είτε «τάγματα». Πρόκειται για τη νέα δύναμη κρούσης της αυτοκρατορίας που ιδρύθηκε επί Κωνσταντίνου Ε΄ (741-775), ως εκ τούτου η Εκλογή δεν ξεχωρίζει ακόμα τους στρατιώτες των Σχολών από τους θεματικούς. Τον 10ο αι. όμως οι Σχολάριοι διακρίνονται με σαφήνεια και μάλιστα ως «περιφανέστεροι τῆς ὁμάδος» (χωρίου). Η τοποθέτησή τους αυτή εντός της κοινότητος χωρίου υποδηλώνει ότι και οι στρατιώτες των Σχολών θεωρούνταν γαιοκτήμονες, και πιθανώς, εξαιτίας των αυξημένων αμοιβών τους, ήταν κοινωνικά πολύ ανώτεροι από τους υπόλοιπους χωρίτες της κοινότητας. Μέχρι το 947 οι Σχολάριοι συγκαταλέχθηκαν μεταξύ των «δυνατῶν» και αναγνωρίζονται ως ανώτεροι των απλών στρατιωτών «ἐν ἀξιώμασι» αλλά και ως «μικρὸν ὑπερέχοντες» των «ἀστρατεύτων πολιτικῶν» (οἴκων). Μολονότι δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες, ο μισθός των Σχολαρίων εν εκστρατεία έχει υπολογιστεί στα εννέα νομίσματα, αυξημένος κατά ένα ή δύο τρίτα σε σχέση με τον απλό στρατιώτη των θεμάτων (ανάλογα με το σώμα στο οποίο υπηρετεί). Τα σώματα τακτικού επαγγελματικού στρατού πολλαπλασιάστηκαν γρήγορα τον 10ο αι. και τον 11ο αι. αντικατέστησαν τον παλαιό θεματικό στρατό, αυτό όμως συντέλεσε στην σταθεροποίηση της θέσης τους. Η εκτίμηση που διατηρούσε το κράτος για τα Τάγματα φαίνεται από το γεγονός πως λάμβαναν τακτικά «φιλοτιμίες» (δώρα, βραβεία) είτε με τη μορφή ιματίων είτε χρημάτων. Λιγότερο συχνή αλλά όχι σπάνια ήταν η παράδοση σκαραμαγγίων (ιματίων από μετάξι) που θεωρούνταν πολύτιμο δώρο, αλλά και γης, στους αξιωματικούς αλλά και σε απλούς στρατιώτες έναντι επίδειξης εξαιρετικής ανδρείας.
Τον 10ο αι. ο Νικηφόρος Β΄ με Νεαρά του όρισε ότι οι βαριά οπλισμένοι ιππείς, επιλορικοφόροι και κλιβανοφόροι, έπρεπε να διατηρούν γη αξίας δώδεκα λιτρών χρυσού (864 μοδίων γης πρώτης ποιότητας). Θεωρείται ότι η διάταξη αυτή δεν αφορούσε όλους τους στρατιώτες, αλλά ότι δημιουργήθηκε ένα μικρό σώμα βαριά οπλισμένων ιπποτών με ανάλογο οικονομικό υπόβαθρο. Από τον 10ο αι. επίσης στρατολογούνταν μεταξύ των ταγματικών στρατιωτών ξένοι. Τον 11ο αι. οι μακροσκελείς κατάλογοι φορολογικών απαλλαγών των προνομιακών κτημάτων (συνήθως μοναστηριακών) δείχνουν ότι η απαλλαγή από το μητάτον, δηλαδή από την υποχρέωση φιλοξενίας στρατιωτών διαφόρων εθνικοτήτων ήταν ένα βασικό αίτημα των φορολογούμενων εξαιτίας της οικονομικής επιβάρυνσης που συνεπαγόταν η φιλοξενία των στρατιωτών στα κτήματά τους. Ωστόσο από το β΄ ήμισυ του 11ου αι. εντατικοποιήθηκε η αντικατάσταση των τακτικών στρατιωτών των θεμάτων με στρατιώτες του ταγματικού στρατού, δηλαδή επαγγελματίες στρατιώτες.

Πηγές:
Svoronos, Novelles, αρ. 4.Δ1, 5.Α4, 9.Α1· Βίος Θεοδώρου Συκεώνος, κεφ. 159.10, 38· Haldon, Theory and practice, 207.65-66, 223.86-91.
Βιβλιογραφία:

Cheynet - Morrisson, Prices and wages, 861· Foss, Nicomedia, 12· Haldon, Theory and practice, 250, 302-304· Βυζαντινός κόσμος τ. 2, 262-265, 279-281 (Cheynet)· Haldon, Warfare, 259-260, 261, 262· Kaplan, Les hommes et la terre, 235-237, 246· Treadgold, Byzantium, 154-157, 161-162, 113-117, 166, 125, 174· Κόλιας, Η θέση του στρατιωτικού, 30-36· Lemerle, Agrarian history, 98, 128-131· Yannopoulos, Société profane, 133-144, 152-156· Kaplan, La place des soldats, 46-47, 51-52· Γρηγορίου-Ιωαννίδου, Στρατολογία, 19-20.