Ὄνομα στρατείας

Χρονολογία: 6ος-11ος αι.

Ο γενικός όρος «στρατεία», που προέρχεται από τη Ρωμαϊκή εποχή (militia), περιγράφει τις σχέσεις μεταξύ ατόμων και του κράτους εφόσον τα άτομα έχουν αναλάβει συγκεκριμένες υποχρεώσεις, που μπορεί να κυμαίνονται μεταξύ της απλής κατάταξης στο στρατό ή της προμήθευσης ενός συγκεκριμένου αγαθού στο κράτος (π.χ. τροφίμων) ως την απονομή σημαντικών αξιωμάτων. Υπό αυτή την έννοια, ο όρος χρησιμοποιείται, αν και σπανιότερα, ως συνεχής του ρωμαϊκού όρου «militia», ενώ η πιο συνηθισμένη έννοια είναι αυτή της ένοπλης υπηρεσίας. Σε πρώιμες πηγές η στρατεία αντιπαρατίθεται με τον «βίον ἰδιωτικόν», κατ’ επέκταση λοιπόν θα μπορούσε να πει κανείς ότι η στρατεία αφορά τον «δημόσιο βίο» στο Βυζάντιο. Το κράτος πάντως, όπως προκύπτει από τη νομοθεσία, αντιλαμβάνεται τη στρατεία ως παραχώρηση προνομιακών και τιμητικών όρων έναντι της παροχής στρατιωτικής ή πολιτικής υπηρεσίας (στρατεία πολιτική, στρατεία ἔνοπλος) και η απονομή της αποτελούσε τιμή για τον κάθε υπήκοο, που τον ύψωνε αυτόματα πάνω από τον κοινό μέσο όρο των τοπικών κοινωνιών, αποτελούσε δηλαδή αιτία κοινωνικής διάκρισης. Ήδη στον Κώδικα του Ιουστινιανού Α΄ διάταξη που αναπαράγεται στα Βασιλικά διαχωρίζει την «μείζων ἀξία» (αξίωμα) από την «ἤττων ἀξία ἤτοι στρατεία». Για το λόγο αυτό πολυάριθμες νομικές διατάξεις προβλέπουν ως ποινή την αφαίρεση της στρατείας για οποιαδήποτε βαθμίδα υπηρεσίας, ποινή που αυτόματα επιφέρει την οικονομική και κοινωνική υποβάθμιση του ατόμου. Για τους υψηλόβαθμους αξιωματούχους η στρατεία αναφέρεται ως επαχθής υπηρεσία γεμάτη από υποχρεώσεις, το αντίβαρο της οποίας αποτελούσε μόνο ο «βίος ἰδιωτικός». Ο αντίθετος όρος, «ἀστρατεία», δηλώνει την απελευθέρωση από την υποχρέωση στράτευσης, η οποία επιτυγχάνεται μόνο μέσω της καταβολής χρηματικού ποσού έναντι της αξίας της υπηρεσίας, ή μόνο μέσω απονομής προνομίου. Έτσι, το «ὄνομα στρατείας» για το οποίο κάνει λόγο ο Προκόπιος τον 6ο αι. αναφέρεται ουσιαστικά στην κοινωνική και κατ’ επέκταση στην οικονομική θέση του ατόμου. Αυτό γίνεται σαφές, εφόσον συνδυάζεται, στην περίπτωση των Σχολαρίων, με το χρηματικό ποσό που παραχωρούσαν αυτοί για την εξαγορά της θέσης τους στις ανακτορικές φρουρές κατά την πρωτοβυζαντινή εποχή, οι οποίες είχαν μία περίοπτη θέση στην στρατιωτική ιεραρχία.
Περισσότερο γνωστή εξαιτίας πολυάριθμων αναφορών σε ποικίλες πηγές είναι η στρατιωτική στρατεία, αυτή δηλαδή που αφορούσε τους στρατιώτες. Το κυριότερο δέλεαρ για τους στρατευόμενους (εκτός από τις συνηθισμένες αμοιβές τους σε νόμισμα και σε είδος) ήταν η παραχώρηση γης μετά την αποστράτευση (η έκτασή της υπολογίζεται περίπου στους πενήντα μοδίους), η οποία συνοδευόταν από φορολογικές απαλλαγές. Επίσης κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο μαρτυρείται η κληρονομική στράτευση και ο απαργυρισμός της στράτευσης, δηλαδή η καταβολή στο κράτος αντιτίμου που είτε αφορούσε την υπηρεσία είτε αφορούσε τον εξοπλισμό και την διαβίωση του στρατιώτη. Πολλές από τις παλαιότερες διατάξεις που αφορούσαν ιδιαιτέρως τους λιμιτανέους συμπεριλήφθηκαν στη νομοθεσία του Ιουστινιανού Α΄ (π.χ. οι φορολογικές απαλλαγές), ενώ αντίθετα εξαλείφθηκαν όλες οι διατάξεις περί κληρονομικής υποχρέωσης της στρατείας και περί παροχής γης. Στα τέλη του 6ου αι. ωστόσο, ο αυτοκράτορας Μαυρίκιος, επαναλαμβάνοντας παλαιότερες διατάξεις, όρισε ότι οι πρωτότοκοι ή μοναδικοί γιοί των αποθανόντων στα πεδία των μαχών μπορούσαν να καταταχθούν με ανάλογα προνόμια και υποχρεώσεις.
Έτσι, η στρατεία αφορούσε αφενός το άτομο ως υπηρεσία, η κληρονομική μεταβίβαση της οποίας ήταν εφικτή κατά καιρούς, αφετέρου, ως προνόμιο και επιβάρυνση, αφορούσε τα περιουσιακά στοιχεία του στρατευόμενου, δηλαδή τον «οἶκον» του. Με αυτή την έννοια εμφανίζεται ήδη κατά την μεσοβυζαντινή εποχή στην Εκλογή των Ισαύρων (8ος αι.), όπου γίνεται λόγος για τη διάθεση των εισοδημάτων που αποκτήθηκαν κατά την στρατιωτική θητεία σε σχέση με τον οίκο του στρατευόμενου, ο οποίος επιβαρύνεται και με τα έξοδα συντήρησης της στρατείας. Η στρατεία κατά τη μέση βυζαντινή εποχή συνεπαγόταν φορολογικές απαλλαγές από δευτερεύοντες φόρους για την έγγεια περιουσία των στρατιωτών επί τη βάσει παροχής προσωπικής στρατιωτικής υπηρεσίας, είτε του ιδιοκτήτη είτε αντιπροσώπου. Ανάλογες διευκολύνσεις αλλά και επιβαρύνσεις είχαν όσοι είχαν αναλάβει διαφορετικού είδους στρατείες. Οι βυζαντινές πηγές καταγγέλλουν τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Α΄ επειδή επέβαλε στρατεία, στρατιωτική, του «δρόμου» (: λογοθεσίου του δρόμου) ή άλλη, σε μεγάλο αριθμό υπηκόων. Σε κάθε περίπτωση ο οίκος είναι υποχρεωμένος να παράσχει άτομο, το οποίο παρουσιάζεται και υπηρετεί στο στρατό, ή διευκολύνει κάποια κρατική παροχή. Στην περίπτωση της στρατιωτικής στρατείας λοιπόν είναι σαφές ότι, ενώ οικονομικά η στρατεία συνδέεται με τον οίκο, δηλαδή με το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, γεγονός που μαρτυρείται ήδη από τον 8ο αι., η υπηρεσία είναι αποκλειστικά προσωπική και η απαλλαγή από αυτή είτε δίνεται μόνο σε πρόσωπα έναντι συγκεκριμένου τιμήματος, οπότε συνιστά απαργυρισμό της στρατείας, ή απονέμεται ως διά βίου προνόμιο υπό συγκεκριμένους όρους, οπότε μετά το θάνατο του δικαιούχου συνεχίζεται από τους κληρονόμους η παροχή υπηρεσίας.

Πηγές:
Ευσεβίου εκκλησιαστική ιστορία τ. 2, 260· Εκλογή, 220-224· Βίος Ευθυμίου του νέου, 170, 172· De Cerimoniis, 389.2-16, 695.3-14, 698.9-15· Βασιλικά, 1.1.26.3, 6.1.20.1-4· Ζωναρά Επιτομή ιστοριών 3, 505· DAI, 51.192-204, 52.1-15.
Βιβλιογραφία:

Jones, LRE, 617, 623-630, 635-636, 638, 650, 653-654, 660-663, 668-671, 675, 678-679· Oikonomidès, Listes, 283-284· Oikonomidès, Fiscalité, 37-40, 164-166· Oikonomides, Social structure, 108-115· Haldon, Warfare, 236, 259-260, 261, 262-264· Simon, Hausgemeinschaftsverträge, 94-100· Kaplan, Les hommes et la terre, 231, 243-244· Haldon Recruitment, 41-65, 36-38· Karayannopoulos, Entstehung, 84-86· Lemerle, Agrarian history, 124-125· Ahrweiler, Recherches 11 σημ. 2, 13-15.