Ο πατριάρχης Νικηφόρος Α΄ ήταν γιος του υπογραφέως Θεοδώρου, ο οποίος εξορίστηκε επί Κωνσταντίνου Ε΄ εξαιτίας των εικονολατρικών του πεποιθήσεων, αρχικά στο φρούριο Πημόλισσα και στη συνέχεια στη Νίκαια της Βιθυνίας. Σύμφωνα με το Βίο του Νικηφόρου, η οικογένεια ακολούθησε τον Θεόδωρο στην εξορία, μετά το θάνατο Θεοδώρου όμως επέστρεψε στην πρωτεύουσα.
Μέχρι την άνοδό του στον πατριαρχικό θρόνο οι πληροφορίες για τη ζωή του Νικηφόρου Α΄ είναι συγκεχυμένες και εξηγούνται μόνο μερικών από τις πολιτικές επιπλοκές της εποχής. Ο Νικηφόρος υπηρέτησε αρχικά ως «βασιλικὸς ἀσηκρῆτις», πιθανώς ήδη επί Κωνσταντίνου Ε΄ ή Λέοντος Δ΄. Με αυτή την ιδιότητα έλαβε μέρος στην Ζ΄ Οικουμενική σύνοδο (787). Οι σχέσεις του με τον μελλοντικό πατριάρχη Ταράσιο δεν είναι γνωστές, αλλά πιθανώς δεν είναι τυχαίο ότι ο Ταράσιος και ο Νικηφόρος βιογραφήθηκαν από τον ίδιο συγγραφέα, τον Ιγνάτιο Διάκονο. Σε απροσδιόριστο χρόνο ο Νικηφόρος αποφάσισε να αποσυρθεί από τον κοσμικό βίο και ανήγειρε μία μονή στις ακτές του Βοσπόρου, όπου καλλιέργησε την ψαλμωδία και τα γράμματα, χωρίς όμως να υπάρχουν περισσότερες λεπτομέρειες. Η ανάμειξη του Νικηφόρου στο μοιχικό σχίσμα, η αντιπαράθεσή του με τους Στουδίτες δεν αποκλείεται να χρονολογούνται ήδη από το ξέσπασμά τους στη δεκαετία του 790, συνεπώς η αυτοεξορία του ίσως τοποθετείται στο 797, μετά την τύφλωση του Κωνσταντίνου Στ΄. Το 802 ή λίγο αργότερα, εκ νέου με την δυναστική αλλαγή, ο Νικηφόρος διορίστηκε κουράτωρ του μεγαλύτερου πτωχοκομείου, και μετά το θάνατο του πατριάρχη Ταρασίου επιλέχθηκε για να ανέλθει στον πατριαρχικό θρόνο (Απρίλιος 806). Μόλις σε αυτό το στάδιο ο Νικηφόρος εκάρη μοναχός και ανήλθε τους τρεις βαθμούς της ιεροσύνης, έχοντας παραδώσει επίσης μία ομολογία πίστεως.
Ο Νικηφόρος ήταν γενικά μετριοπαθής και συνεργάσιμος ως πατριάρχης, αλλά την εποχή αυτή υπήρχαν δύσκολα ζητήματα που απασχολούσαν το κράτος και την Εκκλησία. Έτσι, ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α΄ δεν επέτρεψε στον νέο πατριάρχη να αποστείλει στον πάπα της Ρώμης την επιστολή της ενθρόνισής του, ως ένδειξη δυσαρέσκειας για την στέψη του Καρόλου του Μεγάλου (Χριστούγεννα 800). Η συνήθης σε αυτές τις περιπτώσεις επιστολή εστάλη μόλις το 811 με την άδεια του νέου βασιλέως, Μιχαήλ Α΄ του Ραγκαβέ. Η εκλογή του Νικηφόρου Α΄ στον πατριαρχικό θρόνο όμως ήταν αφορμή πολέμου και για τους Στουδίτες μοναχούς. Ο Νικηφόρος απάλλαξε, το 806, από τις ποινές τον ιερέα που είχε ευλογήσει τον δεύτερο γάμο του Κωνσταντίνου Στ΄, και το 809 με σύνοδο αναγνώρισε τον βασιλικό γάμο και καταδίκασε τους Στουδίτες, οι οποίοι στη συνέχεια εξορίστηκαν. Ο πατριάρχης Νικηφόρος επίσης συνεργάστηκε με τον Λέοντα Ε΄ για την ανατροπή του Μιχαήλ Α΄ το 813, αλλά μόλις δύο χρόνια αργότερα αρνήθηκε να συνεργαστεί για την καθαίρεση των εικόνων, και για το λόγο αυτό παραιτήθηκε και αποσύρθηκε στη μονή τα Αγαθού (Μάρτιος 815). Αργότερα όμως ο αυτοκράτορας τον ανάγκασε να μεταβεί στην πιο απομακρυσμένη μονή Αγίου Θεοδώρου. Είναι πιθανόν ότι και οι δύο αυτές μονές είχαν ιδρυθεί από τον ίδιο.
Ο πατριάρχης Νικηφόρος είναι περισσότερο γνωστός επειδή συνέγραψε την Ιστορία Σύντομον, ένα ανολοκλήρωτο έργο που διατηρείται σε δύο παραλλαγές και αφηγείται τα γεγονότα μεταξύ των ετών 602-769. Παρά το γεγονός ότι ούτε ο Νικηφόρος ως συγγραφέας επιχείρησε να κρύψει την αντιπάθειά του για τους εικονομάχους, η πραγμάτευσή του είναι πιο ψύχραιμη από αυτή του Θεοφάνη, αλλά σαφώς λιγότερο λεπτομερής. Ο πατριάρχης Νικηφόρος συνέγραψε επίσης απολογητικούς και αντιρρητικούς λόγους και άλλα μικρότερα έργα, τα οποία είναι σημαντικά για το θεολογικό περιεχόμενό τους κατά της Εικονομαχίας και αποκαλύπτουν τη θεολογική του κατάρτιση.
Ο πατριάρχης Νικηφόρος Α΄ πέθανε στη μονή Αγίου Θεοδώρου στις 5 Απριλίου 828. Μετά την αποκατάσταση των εικόνων το 842, το σκήνωμά του μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη με ενέργειες του πατριάρχη Μεθοδίου, και τάφηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων.
ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΕΥΝΩΝΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ
ΤΟΜΕΑΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ
Έφη Ράγια
Βυζαντινῶν μέτρον τύχης
Βυζαντινῶν μέτρον τύχης
Νικηφόρος Α΄ πατριάρχης
Βιβλιογραφία:
PmbZ, αρ. 5301· Alexander, Nicephorus· Νικηφόρου Ιστορία σύντομος, 1-18· Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία τ. Β1, 171-172, 178-179· ODB 1477· Alexander, Iconoclastic council, 37-52· Beck, Kirche, 489-490· Hunger, Λογοτεχνία τ. Β΄, 149-153· Kazhdan, Literature (650-850), 211-215· Pratsch, Studites, 135-146, 179-184, 186-190· Καρπόζηλος, Ιστορικοί και χρονογράφοι τ. Β΄, 61-71.