Φόρος εύρεσης θησαυρού, κληρονομίας και αγοράς δούλων

Χρονολογία: 810

ἕκτην, σκοπεῖσθαι παρὰ τῶν στρατηγούντων τοὺς ἀθρόως ἐκ πτωχείας ἀνακτησαμένους, καὶ ἀπαιτεῖσθαι χρήματα ὡς εὑρετὰς θησαυρῶν. ἑβδόμην, τοὺς πρὸ κ΄ χρόνων εὑρηκότας καὶ μέχρι τῆς δεῦρο πίθον ἢ σκεῦος ὁτιοῦν καὶ αὐτοὺς ἐξαργυρίζεσθαι. ὀγδόην, τοὺς ἐκ πάππων ἢ πατέρων κληρονομήσαντας διαιρεθέντας, ἐκ τῶν αὐτῶν χρόνων κ΄ ἐξαναδιδόναι τῷ δημοσίῳ, τοὺς πένητας· καὶ τοὺς ὠνησαμένους ἔξω τῆς Ἀβύδου σώματα οἰκετικά, ἀνὰ β΄ νομισμάτων τελέσαι προσέταξεν, καὶ μάλιστα τοὺς κατὰ τὴν Δωδεκάνησον.

Πηγή:
Θεοφάνη Χρονογραφία, 487.6-13.
Βιβλιογραφία:
Niavis, Nicephorus I, 101-105· Mango-Scott, Chronnicle, 670· Χριστοφιλοπούλου, Οικονομική πολιτική, 419-423· Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία τ. Β1, 168· Γερολυμάτου, Εμπόριο, 204-205· Yannopoulos, société profane, 286-288· Morrisson, Découverte des trésors, 334-335.
Σχολιασμός:
Στο έτος 810 τοποθετεί ο χρονογράφος Θεοφάνης ο Ομολογητής τις περίφημες «κακώσεις» του αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄, μολονότι είναι σαφές πως αφορούν συγκεκριμένο δημοσιονομικό πρόγραμμα με δέσμη μέτρων που ελήφθησαν σε βάθος χρόνου. Τα συγκεκριμένα μέτρα αφορούν τον ξαφνικό πλουτισμό από εύρεση θησαυρού ή αποδοχή κληρονομιάς αλλά και την αγορά δούλων. Το χωρίο ξεκινά παραδίδοντας μία από τις πρώτες πληροφορίες για τις πολιτικές εξουσίες των στρατηγών των θεμάτων, οι οποίοι επιφορτίστηκαν με την ανεύρεση αυτών που είχαν πλουτίσει ξαφνικά. Η έρευνα προϋποθέτει την πρόσβαση των στρατηγών σε συγκεντρωτικά οικονομικά στοιχεία κάθε επαρχίας, αλλά και την ύπαρξη του απαραίτητου προσωπικού στα θέματα για την διεξαγωγή της έρευνας. Το κείμενο κάνει λόγο για τρεις διαφορετικούς φόρους: ξαφνικού πλουτισμού ή εύρεσης θησαυρού, φόρο κληρονομιάς, και φόρο επί της αγοράς οικειακών δούλων. Οι πηγές δίνουν την εντύπωση ότι το φαινόμενο απόκρυψης χρημάτων ή θησαυρών δεν ήταν σπάνιο, εξαιτίας της ανασφάλειας που προξενούνταν από τις συχνές επιδρομές των εχθρών. Η φορολόγηση της εύρεσης θησαυρού ήταν νομοθετημένη στο Βυζάντιο. Σχετικά με τον φόρο κληρονομιάς, αξιοσημείωτο είναι ότι ο Θεοφάνης χαρακτηρίζει «πένητες» αυτούς που κληρονόμησαν ένα μέρος από την διαίρεση του αρχικού ακινήτου. Η φορολόγηση της αγοράς των δούλων επιβάρυνε τους αγοραστές, κάτι που συνιστούσε το πιθανότερο νεωτερισμό στη βυζαντινή φορολογική πρακτική, εφόσον μάλιστα φαίνεται πως δόθηκε αναδρομική ισχύς (τοὺς ὠνησαμένους), και ερμηνεύεται από σύγχρονους σχολιαστές ως φόρος πολυτελείας. Ο Θεοφάνης φαίνεται να υπονοεί πως η Δωδεκάνησος, δηλαδή οι Κυκλάδες, αποτελούσε γνωστή αγορά δούλων, η οποία, καθώς βρισκόταν εκτός της οικονομικής περιφέρειας της Κωνσταντινούπολης απολάμβανε το προνόμιο της μη φορολόγησης των οικονομικών δραστηριοτήτων που λάμβαναν χώρα εκεί. Έτσι, οι νήσοι των Κυκλάδων αποκτούν, στο πλαίσιο της αφήγησης του Θεοφάνη, έναν σημαντικό ρόλο για το εμπόριο των ελλαδικών κυρίως περιοχών και του Αιγαίου.