Αλέξιος Α΄ Κομνηνός

Τρίτος γιος του Ιωάννη Κομνηνού και της Άννας Δαλασσηνής, ανεψιός του αυτοκράτορα Ισαακίου Α΄ Κομνηνού, ο Αλέξιος Κομνηνός εμφανίστηκε σε πολύ νεαρή ηλικία στο ιστορικό προσκήνιο, καθώς παρουσιάστηκε ήδη στο στρατόπεδο του Ρωμανού Δ΄ Διογένη (1068-1071). Ανέβηκε γρήγορα στην αυλική ιεραρχία λαμβάνοντας τους τίτλους του προέδρου, πρωτοπροέδρου, νοβελίσσιμου και τελικά του σεβαστού και τα αξιώματα του στρατοπεδάρχη και του δομέστικου των Σχολών της Δύσης. Ένας λόγος της εκπληκτικής ανόδου του ήταν οι επιγαμίες που σύναψε η οικογένειά του, αρχικά με τον Ρωμανό Δ΄ και στη συνέχεια με την κυβερνώσα οικογένεια των Δουκών, εφόσον ο ίδιος ο Αλέξιος νυμφεύθηκε σε δεύτερο γάμο την Ειρήνη Δούκαινα, εγγονή του καίσαρα Ιωάννη Δούκα. Ο Μιχαήλ Ζ΄ Δούκας (1071-1078) διά του ευνούχου Νικηφορίτζη ευνόησε ιδιαιτέρως την οικογένεια των Κομνηνών εις βάρος των Δουκών. Μεγαλύτερη ώθηση έδωσε στη σταδιοδρομία του Αλεξίου η παράνομη σχέση του με την αυτοκράτειρα Μαρία την Αλανή, σύζυγο αρχικά του Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα και στη συνέχεια του Νικηφόρου Γ΄ Βοτανειάτη. Η Μαρία υιοθέτησε τον Αλέξιο Κομνηνό, πράξη που νοείται στο πλαίσιο της πολιτικής και κοινωνικής συμμαχίας. Η συνωμοσία αποκαλύφθηκε τον Φεβρουάριο του 1081 και οδήγησε στην τελική άνοδο στο θρόνο του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού τον Απρίλιο του ίδιου έτους.
Ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός βασίλεψε μέχρι το θάνατό του, που απήλθε στις 15 Αυγούστου 1118. Πολέμησε στη Μικρά Ασία εναντίον των Τούρκων, στις ευρωπαϊκές επαρχίες εναντίον των Νορμανδών, των Πετσενέγγων και άλλων, και αποκατέστησε κατά το δυνατόν την διοίκηση και την οικονομία στις επαρχίες, ιδιαιτέρως στη Μικρά Ασία, η οποία είχε πληγεί περισσότερο με την εγκατάσταση των Τούρκων. Χειρίστηκε το πέρασμα της Α΄ Σταυροφορίας (1097-1098) και καθόρισε το επίκεντρο της δυτικής πολιτικής του Βυζαντίου για ολόκληρο τον 12ο αι. με την συνθήκη της Δεάβολης (1107/8) που καθιστούσε τους Νορμανδούς υποτελείς του Βυζαντίου. Η παραχώρηση στη Βενετία καθολικής απαλλαγής φόρου για τις εμπορικές της δραστηριότητες εντός της αυτοκρατορίας (1082) έναντι ναυτικής στρατιωτικής βοήθειας αξιολογείται σήμερα με αμφιλεγόμενο τρόπο: αφενός θεωρείται γενικά ότι υπονόμευσε το οικονομικό μέλλον της αυτοκρατορίας, αφετέρου έχει επισημανθεί ότι ευνόησε την οικονομική ανάκαμψη του Βυζαντίου κατά τον 12ο αι.
Σημαντικότερη ήταν η επίδραση που είχαν στο Βυζάντιο τα μέτρα της εσωτερικής πολιτικής του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού. Η οικονομικά δύσκολη θέση στην οποία είχε περιέλθει η αυτοκρατορία φαίνεται ήδη από το γεγονός ότι ο νέος αυτοκράτορας εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη επιτρέποντας τη λεηλασία της από τα στρατεύματά του. Λίγο αργότερα, κατέσχεσε τους θησαυρούς της Εκκλησίας για τη χρηματοδότηση του πολέμου εναντίον των Νορμανδών (1082). Ωστόσο, δύο από τα σημαντικότερα επιτεύγματά του ήταν η δημιουργία του νέου νομισματικού συστήματος και η νέα αυλική ιεραρχία που εισήγαγε. Το νομισματικό σύστημα στηρίχθηκε στο νέο χρυσό νόμισμα, το υπέρπυρο, και τις πολλές υποδιαιρέσεις του, που το καθιστούσαν ιδιαιτέρως ευέλικτο. Το υπέρπυρο ήταν στο εξής το νόμισμα του Βυζαντίου. Στη δεκαετία του 1090 ωστόσο η νομισματική μεταρρύθμιση συνοδεύτηκε από εξορθολογισμό της οικονομικής διοίκησης και αργότερα από τη φορολογική μεταρρύθμιση (1106-1109). Η ιεραρχία εισήχθη ήδη το 1081 και στηρίχθηκε στον τίτλο του σεβαστού, που με τις πολυάριθμες παραλλαγές του απονεμήθηκε στους βασιλικούς εξ αίματος και εξ αγχιστείας συγγενείς. Το σημαντικότερο αποτέλεσμα της είναι ότι δημιούργησε μία κοινωνική ιεραρχία που στηριζόταν στην συγγένεια με τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Οι όμαιμοι του αυτοκράτορα στο εξής βρίσκονταν σε υψηλότερη θέση έναντι των υπολοίπων αριστοκρατών, ανεξαιρέτως αξιώματος, και οι βασιλικοί συγγενείς μονοπώλησαν τα ανώτερα αξιώματα, ιδιαιτέρως τα στρατιωτικά. Ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός επίσης κατάργησε τις ῥόγες (αμοιβές) για τους τίτλους της παλαιότερης ιεραρχίας, συμπιέζοντας τις κοινωνικές ομάδες που είχαν επωφεληθεί από την ευρεία απονομή τίτλων των προηγούμενων ετών και επιταχύνοντας έτσι την παγίωση της νέας τάξης. Ενδεικτικό επίσης για το σύστημα διακυβέρνησής του ήταν η παραχώρηση στη μητέρα του εκτελεστικών εξουσιών για την εποπτεία της διοίκησης, προκειμένου ο ίδιος να αφιερωθεί στον πόλεμο. Το σχετικό χρυσόβουλλο απολύθηκε τον Αύγουστο του 1081 και έγγραφα της Άννας Δαλασσηνής από αυτή την περίοδο σώζονται στα μοναστηριακά αρχεία. Η στήριξη που προσέφερε στον Αλέξιο Α΄ Κομνηνό η αριστοκρατία, που συσπειρώθηκε γύρω του το 1081, ήταν τέτοια, ώστε άντεξε την πίεση από τις συντριπτικές ήττες που υπέστη στα πεδία των μαχών τα πρώτα χρόνια μετά την άνοδό του, όσο και από την πρωτοφανή κριτική που δέχθηκε από τους συγχρόνους του για τα μέτρα που έλαβε. Ο Αλέξιος Α΄ προσπάθησε παρόλα αυτά να κερδίσει την υποστήριξη και της Εκκλησίας με τα μέτρα του κατά των αιρετικών, ενώ φρόντισε ιδιαιτέρως κατά τα πρώτα έτη της βασιλείας του για τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας και για τα φιλανθρωπικά ιδρύματα, κυρίως για το ορφανοτροφείο του Αγίου Παύλου. Ωστόσο είναι σαφές πως ο Αλέξιος Α΄ και οι άλλοι Κομνηνοί αυτοκράτορες μετά από αυτόν, δεν ανήκουν στους μεγάλους ευεργέτες της Εκκλησίας, καθώς ίδρυσαν τις δικές τους μονές στις οποίες διοχέτευσαν μεγάλο πλούτο. Παρόλα αυτά, μία πλειάδα αγίων και μοναστηριών οφείλουν πολλά στον Αλέξιο Α΄, κυρίως με τη μορφή των φορολογικών απαλλαγών, όπως η μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην Πάτμο, που ιδρύθηκε το 1088 κατόπιν ενεργειών του οσίου Χριστόδουλου, του ίδιου του Αλεξίου Α΄ και της Άννας Δαλασσηνής.
Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός υπέστη σκληρή κριτική από τους συγχρόνους του. Κατηγορείται κυρίως για το σύστημα της εύνοιας προς τους συγγενείς του, που έγιναν βαθύπλουτοι με τις παροχές χρημάτων, για τον χειρισμό της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας, η οποία παραχωρούνταν με την πράξη της χαριστικής δωρεάς –κάποιοι μάλιστα δεν δίστασαν να τον χαρακτηρίσουν εικονοκλάστη– αλλά και για την υψηλή φορολόγηση. Η κύρια ιστοριογράφος της εποχής, η κόρη του, Άννα Κομνηνή, εξαίρει τα κατορθώματά του και προσπαθεί να εξωραΐσει τα ελαττώματα και τα λάθη του. Ο σύζυγός της, Νικηφόρος Βρυέννιος, κατέγραψε τη σταδιοδρομία του Αλεξίου μέχρι την άνοδό του στο θρόνο. Μία εναλλακτική ερμηνεία της βασιλείας του, περισσότερο κριτική, προσφέρει ο Ιωάννης Ζωναράς. Θεωρείται ότι ο ίδιος ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός τις ιδέες του για την άνοδό του, τις απόψεις του για τον τρόπο διακυβέρνησης και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε, τις κατέγραψε σε ένα μεγάλο ποίημα σε δύο μέρη, τις «Μούσες», που απηύθυνε στο γιο του, Ιωάννη. Αποτέλεσε κατά κάποιον τρόπο την πολιτική του κληρονομιά και την φιλοσοφία του περί εξουσίας και αποτελεί έργο μοναδικό στο είδος του που ατυχώς δεν σώζεται ολόκληρο.

Βιβλιογραφία:

Angold, Αυτοκρατορία, 193-277· Magdalino, Αυτοκρατορία, 65-76, 298-301, 305-312, 431-444· Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία τ. Γ1, 26-96· Oikonomides, Role, 1030-1032· Oikonomidès, Évolution, 126-128, 132· Karlin-Hayter, Alexios Komnenos, 133-145· Magdalino, Innovations, 146-166· Harvey, Financial crisis, 167-184· Armstrong, Holy men, 219-231· Smythe, Alexios and the heretics, 232-259· Hill, Alexios I, 37-54· Lemerle, Byzance, 297-300, 305-312· Βαρζός, Γενεαλογία, 87-113· Hendy, Studies, 513-517, 582-586, 599-602· Angold, Church and society, 45-72, 409-412· Neville, Heroes and Romans, 14-23, 75-79, 81-84· Magdalino, Kaiserkritik, 329-333· Krallis, Attaleiates, 214-228· Καρπόζηλος, Ιστορικοί και χρονογράφοι τ. Γ΄, 371-382, 521-534.

http://www.doaks.org/resources/seals/gods-regents-on-earth-a-thousand-ye...
https://en.wikipedia.org/wiki/Alexios_I_Komnenos