Βάρδας Φωκάς

Ο Βάρδας Φωκάς ήταν γιος του κουροπαλάτη Λέοντα Φωκά, δηλαδή ανεψιός του αυτοκράτορα Νικηφόρου Β΄ Φωκά (963-969). Υπηρέτησε ως δούκας Χαλδίας επί Νικηφόρου Β΄, αλλά μετά τη δολοφονία του αυτοκράτορα εξορίστηκε στην Αμάσεια. Λίγους μήνες αργότερα, το 970/1, διέφυγε και επαναστάτησε κατά του Ιωάννη Α΄ Τζιμισκή με έδρα του την Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο Τζιμισκής έστειλε εναντίον του τον Βάρδα Σκληρό, που τον ανάγκασε να συνθηκολογήσει. Ο Φωκάς πέρασε στην εξορία αρκετό καιρό, μέχρι που ανακλήθηκε από τον Βασίλειο Β΄ για να αντιμετωπίσει αυτόν που τον είχε νικήσει οκτώ χρόνια νωρίτερα (978). Η στροφή της πολιτικής του Βασιλείου Β΄, που έγινε αισθητή αφενός στους χειρισμούς του σχετικά με την τύχη του αιχμαλώτου των Αράβων Βάρδα Σκληρού και αφετέρου με την απομάκρυνση του παρακοιμώμενου Βασιλείου Λακαπηνού, εκφράστηκε καθαρότερα με την μετακίνηση του Βάρδα Φωκά στο αξίωμα του δούκα Αντιοχείας. Ο υποβιβασμός του έδωσε αφορμή για να επαναστατήσει το 987. Κατά την ταυτόχρονη αντιπαράθεσή του με τον Βάρδα Σκληρό, που την ίδια εποχή απελευθερώθηκε από τη φυλακή στη Βαγδάτη, ο Φωκάς υπερίσχυσε, εφόσον κατάφερε να φυλακίσει τον Σκληρό στο φρούριο Τυροποιόν. Κατά τη διάρκεια της τελικής αναμέτρησής του όμως με τις δυνάμεις του Βασιλείου Β΄ ο Βάρδας Φωκάς φαίνεται πως πέθανε από φυσικά αίτια (13 Απριλίου 989, μάχη της Αβύδου).
Οι Φωκάδες κατάγονταν από την Καισάρεια της Καππαδοκίας, διατηρούσαν όμως συμφέροντα και στο κοντινό θέμα του Χαρσιανού, ενώ την εποχή αυτή είχαν σχέσεις με τους Ίβηρες ηγεμόνες. Το 978, όταν ο Βάρδας Φωκάς επέστρεψε στην ενεργό δράση, προσέφερε πολύ ακριβά τις υπηρεσίες του, καθώς απαίτησε να ονομαστεί δομέστικος των Σχολών της Ανατολής. Με την μεσολάβηση του Βασιλείου Λακαπηνού και την απόδοση όρκου περί τήρησης της νομιμότητας ο Φωκάς έλαβε πραγματικά αυτό το αξίωμα. Ο Φωκάς επιστράτευσε σε αυτή τη συγκυρία δώδεκα χιλιάδες Ίβηρες πολεμιστές, τους οποίους έθεσε υπό την ηγεσία του Τορνίκιου. Οι υπηρεσίες των Ιβήρων εξαγοράστηκαν επίσης πολύ ακριβά, καθώς ο Βασίλειος Β΄ επέτρεψε στον Τορνίκιο να καρπωθεί τα λάφυρα του πολέμου, τα οποία στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν για την ίδρυση της μονής Ιβήρων.
Τα γεγονότα αυτά δείχνουν αφενός τη δύναμη που διέθεταν οι Φωκάδες εντός της αυτοκρατορίας, και αφετέρου την αβέβαιη θέση, στην οποία βρισκόταν ο Βασίλειος Β΄. Πράγματι, η υποστήριξη των Φωκάδων στις τάξεις του στρατού και οι οικογενειακοί τους δεσμοί με την οικογένεια των Μαλεΐνων τους καθιστούσε τον πιο επίφοβο εχθρό της βασιλείας. Ενδεικτικό είναι ότι το 978, όταν μαινόταν ο πόλεμος κατά του Βάρδα Σκληρού, η τύχη του Βασιλείου Β΄ άρχισε να αλλάζει όταν με την απελευθέρωση του Φωκά οι σύμμαχοί του που είχαν σταθεί στο πλευρό του Σκληρού άρχισαν να τον εγκαταλείπουν, ενώ το 987, όταν ο Βάρδας Φωκάς επαναστάτησε, ο Βασίλειος Β΄ χρειάστηκε να επιστρατεύσει τη βοήθεια των Ρώσων. Έχει επισημανθεί ότι η πίστη των συμμάχων των Φωκάδων ήταν εξασφαλισμένη για τον αυτοκράτορα μόνο όταν ο Φωκάς είχε καλές σχέσεις μαζί του (Cheynet). Οι πηγές της εποχής δίνουν έμφαση στον ευρύτατο κύκλο υποστηρικτών και «ανθρώπων» που τον ακολουθούσαν. Μία επιστολή που διασώζει ο Μιχαήλ Ψελλός και γράφηκε κατά τα φαινόμενα από τον ίδιο τον Βασίλειο Β΄ προς τον Φωκά, επιβεβαιώνει αυτή την εικόνα που σκιαγραφούν οι αφηγηματικές πηγές της περιόδου. Η επιστολή κάνει λόγο για την ευνοϊκή μεταχείριση των ανθρώπων του Φωκά από τον αυτοκράτορα και για την αγνωμοσύνη του, εφόσον επαναστάτησε με αφορμή τον «υποβιβασμό» του από δομέστικος των Σχολών της Ανατολής σε δούκα Αντιοχείας.

Βιβλιογραφία:

Svoronos, Novelles, αρ. 14Β.38-45· Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία τ. Β2, 135, 140, 153-157· Brokaar, Basil Lekapenus, 225-232· Cheynet, Les Phocas, 489-491· Cheynet, Pouvoir, 24-25, 31-33, 213-214, 326-333· Βλυσίδου, Αριστοκρατικές οικογένειες, 189-191, 196-202· Seibt, Die Skleroi, 42-48, 49, 51-54· Tchkoidze, Βυζάντιο, 175-184· Χρήστου, Αυτοκρατορική εξουσία, 163-164, 250· Μπουρδάρα, Καθοσίωσις, 99-102· PmbZ 2, αρ. 20784.