Χωρίον

Ο όρος «χωρίον», που αρχικά σήμαινε το χωράφι, κτήμα, ή αγρό, στη μεσοβυζαντινή εποχή σηματοδοτεί αφενός τον συγκεκριμένο τόπο, οικισμό, όπου κατοικούν οι «χωρῖται» (ἡ καθέδρα μία καὶ τῶν χωριτῶν αἱ οἰκήσεις ἐν τῷ αὐτῷ). Αφετέρου η γη του χωρίου, δηλαδή ουσιαστικά τα περιουσιακά στοιχεία των χωριτών, εκλαμβάνονται ως μία ενότητα από το κράτος και καταχωρούνται ως ενότητα στα κατάστιχα (κτηματολόγια) της βασικής φορολογικής υπηρεσίας, του λογοθεσίου του γενικού. Η ενότητα αποκαλείται «ὑποταγὴ χωρίου». Σε κάθε μία «ὑποταγὴ» αντιστοιχεί η «ῥίζα χωρίου» η οποία αποτελείται από το σύνολο των φόρων των φορολογούμενων που ανήκουν σε κάθε κοινότητα, ενώ οι ίδιοι οι χωρίτες ονομάζονται στις νομικές κυρίως πηγές «ὁμὰς χωρίου». Βασικό χαρακτηριστικό του χωρίου είναι η αλληλέγγυα ευθύνη των χωριτών για την καταβολή του φόρου, η υποχρέωσή τους δηλαδή να καταβάλουν τον φόρο αυτών που αδυνατούσαν να εκπληρώσουν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις (ἐπιβολή), ή αυτών που είχαν εγκαταλείψει τα κτήματά τους, και αντιστρόφως το δικαίωμά τους να εκμεταλλευτούν τα συγκεκριμένα κτήματα αποσκοπώντας στην οικειοποίησή τους μετά την παρέλευση της νόμιμης τριακονταετίας. Τα στοιχεία αυτά ανιχνεύονται ήδη στο «Νόμο γεωργικὸ» (8ος αι.). Το κράτος αναγνώριζε τα χωρία κυρίως ως φορολογικές μονάδες, στα δεδομένα των οποίων (ὑποταγὴ-ῥίζα) εφάρμοζε την «ἐξίσωσιν» ή «ἱκάνωσιν», αλλά και τη διαδικασία της επιβολής, για την εξυπηρέτηση δημοσιονομικών στόχων. Η ενίσχυση του δικαίου της προτίμησης στις απαλλοτριώσεις ακινήτων στο πλαίσιο της κοινωνικοπολιτικής αντιπαράθεσης του κράτους με τους «δυνατούς» είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της ενότητας των χωρίων έναντι εξωτερικών διεκδικήσεων.
Τα χωρία ήταν οικισμοί που κυριαρχούσαν στη βυζαντινή ύπαιθρο καθ’ όλη τη μεσοβυζαντινή εποχή. Ήταν ως επί το πλείστον ανοχύρωτοι και η γη που αντιστοιχούσε σε αυτά καθοριζόταν με συγκεκριμένα όρια. Εκτός από τις καλλιεργημένες γαίες που ανήκαν στους χωρίτες, ένα χωρίον συνήθως διέθετε γαίες μη καλλιεργημένες, βοσκοτόπους ή δάση, που βρίσκονταν στη διάθεση των κατοίκων, και προάστεια («συναγόμενα», δηλαδή που ανήκαν στην «ὑποταγὴ» χωρίου), απομακρυσμένες εκτάσεις στις οποίες κατοικούσαν οι καλλιεργητές τους.
Τα χωρία συνιστούσαν οργανωμένες κοινότητες όπου εντοπίζεται σημαντικού εύρους κοινωνική διαφοροποίηση μεταξύ των κατοίκων. Κάποιοι εξ αυτών μπορεί να έφεραν τίτλο, να κατείχαν αξίωμα ή να παρείχαν κάποια υπηρεσία προς το κράτος – συνηθέστερα μαρτυρούνται οι στρατιώτες. Στις πηγές συχνά αναφέρονται επίσης οι «πρῶτοι» ή «πρωτεύοντες» ή «ἐξέχοντες», ή ακόμα και οι «περιφανεῖς», οι οποίοι εκπροσωπούν την κοινότητα σε διάφορες συναλλαγές με το κράτος ή με ιδιώτες ή χρησιμοποιούνται ως παρατηρητές ή μάρτυρες σε διάφορες διοικητικές διαδικασίες (π.χ. σε περιορισμούς). Οι ανεξάρτητοι μικροϊδιοκτήτες αποτελούν ιδανικά την κυρίαρχη ομάδα, αλλά δεν έλλειπαν οι εξαρτημένοι καλλιεργητές (ενοικιαστές, πάροικοι), οι εργάτες (μίσθιοι) και πιθανώς οι δούλοι, ενώ μεταξύ των χωριτών αναπτυσσόταν πληθώρα νομικών σχέσεων που εξυπηρετούσαν την αποτελεσματικότερη καλλιέργεια της γης και τις οικονομικές δυνατότητές τους.

Βιβλιογραφία:

Ashburner, Farmer’s law Ι, 100 αρ. 18, 107 αρ. 81· Dölger Finanzverwaltung, 114-115, 125-126· Svoronos, Novelles, αρ. 4.80-90· Oikonomidès, Fiscalité, 53-54· Kaplan, Les hommes et la terre, 95-104, 186-195, 211-215· Ashburner, Farmer’s law ΙΙ, 68-87· Laiou, Byzantine village, 31-54· Kyritses-Smyrlis, Villages, 437-449· Byzantine studies, 328-333 (Harvey)· Lemerle, Agrarian history, 18-19, 37-38, 41-48, 76-85· Oikonomides, Role, 996, 1004· Svoronos, Cadastre, 141-144· Lefort, Rural economy, 236-237· Λαΐου, Αγροτική κοινωνία, 44-94· Górecki, Rural community, 79-94· Ostrogorsky, Steuergemeinde, 16-17, 22· Papagianni, Protimesis, 1074-1077· Ellis, House and family, 247-272· Βυζαντινός κόσμος τ. Β΄, 357-360 (Lefort).